Στο greek-observatory και τις Ειδήσεις Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

Το μεγάλο πετρελαϊκό παζάρι: Γιατί η Lukoil μπήκε στο τραπέζι ΗΠΑ–Ρωσίας

Μια από τις μεγαλύτερες ενεργειακές συναλλαγές των τελευταίων ετών εξελίσσεται πλέον σε κομμάτι της γεωπολιτικής σκακιέρας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, καθώς η τύχη των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής Lukoil φαίνεται να έχει εισέλθει στις συνομιλίες για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο πετρελαϊκών κοιτασμάτων, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων, αξίας περίπου 20-22 δισ. δολαρίων, αλλά γύρω του κινούνται πλέον η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, το Κρεμλίνο, Αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι και ισχυροί επιχειρηματικοί όμιλοι της Μέσης Ανατολής.

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή, σύμφωνα με τους New York Times, τους οποίους επικαλείται το Reuters, ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν έθεσε το ζήτημα της συναλλαγής στη συνάντηση που είχε στις 5 Σεπτεμβρίου στο Κρεμλίνο με τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ.

Από τις κυρώσεις σε ένα deal δισεκατομμυρίων

Η ιστορία άρχισε ουσιαστικά τον Οκτώβριο του 2025, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις στη Lukoil και τη Rosneft, επιχειρώντας να αυξήσουν την οικονομική πίεση στη Μόσχα για τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η Lukoil βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με την ανάγκη να αποχωριστεί ένα μεγάλο μέρος της διεθνούς αυτοκρατορίας που είχε δημιουργήσει επί δεκαετίες.

Η πρώτη μεγάλη απόπειρα ήταν η συμφωνία με τη Gunvor. Η αμερικανική κυβέρνηση, όμως, έδειξε ότι δεν ήταν διατεθειμένη να αντιμετωπίσει την πώληση ως μια συνηθισμένη εμπορική συναλλαγή. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή του και η Gunvor απέσυρε τελικά την προσφορά της.

Ακολούθησε νέα συμφωνία. Στις 29 Ιανουαρίου 2026 η Lukoil ανακοίνωσε ότι είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία με τον αμερικανικό επενδυτικό κολοσσό Carlyle για την πώληση του μεγαλύτερου μέρους των ξένων περιουσιακών στοιχείων της.

Η αξία τους υπολογιζόταν περίπου στα 22 δισ. δολάρια, αν και η τελική τιμή της συναλλαγής δεν δημοσιοποιήθηκε.

Τι ακριβώς πουλά η Lukoil

Το μέγεθος του χαρτοφυλακίου εξηγεί γιατί η υπόθεση έχει προκαλέσει τόσο έντονο ενδιαφέρον.

Η Lukoil διαθέτει συμμετοχές σε πετρελαϊκά και φυσικού αερίου έργα, διυλιστήρια και δίκτυα πρατηρίων σε πολλές χώρες. Στα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνεται το 75% του West Qurna 2 στο Ιράκ, ενός από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά κοιτάσματα στον κόσμο.

Διαθέτει επίσης παρουσία στην Αίγυπτο, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε άλλες αγορές, ενώ στην Ευρώπη το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει κρίσιμες εγκαταστάσεις διύλισης και εκτεταμένο δίκτυο εμπορίας καυσίμων.

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία στο Καζακστάν έχουν εξαιρεθεί από την υποχρεωτική πώληση, μεταξύ αυτών συμμετοχές στα μεγάλα έργα Tengiz και Karachaganak και στον Caspian Pipeline Consortium.

Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για την αλλαγή ιδιοκτησίας μιας ρωσικής εταιρείας. Όποιος αποκτήσει αυτό το χαρτοφυλάκιο αποκτά παρουσία σε κομβικά σημεία της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας.

Ο Πούτιν βάζει το πετρέλαιο στις συνομιλίες

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των τελευταίων αποκαλύψεων είναι ότι η συναλλαγή φαίνεται να έχει μεταφερθεί από τα γραφεία επενδυτικών τραπεζών στο υψηλότερο επίπεδο της διπλωματίας.

Σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται το δημοσίευμα των New York Times, ο Πούτιν συζήτησε την ολοκλήρωση της συμφωνίας με τους Γουίτκοφ και Κούσνερ στη Μόσχα.

Κατά την ίδια πηγή, ο Ρώσος πρόεδρος παρουσίασε την ολοκλήρωση της συναλλαγής ως έναν τρόπο να αποδειχθεί στη ρωσική κοινή γνώμη ότι οι εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεχιστούν.

Αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά τη διάσταση της υπόθεσης. Μια συναλλαγή που γεννήθηκε ως συνέπεια των αμερικανικών κυρώσεων βρίσκεται τώρα να συζητείται στο πλαίσιο της ευρύτερης αμερικανορωσικής διαπραγμάτευσης.

Ο Τοντ Μπόελι και οι επενδυτές του Κόλπου

Παράλληλα, γύρω από τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil έχει διαμορφωθεί ένα πολύπλοκο δίκτυο ενδιαφερομένων.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα των New York Times, στην ομάδα που επιδιώκει τη συμφωνία συμμετέχει ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος Τοντ Μπόελι, μαζί με δύο επιχειρηματικούς ομίλους της Μέσης Ανατολής που έχουν προηγούμενες επιχειρηματικές σχέσεις με τις οικογένειες Κούσνερ ή Γουίτκοφ. Στο σχήμα φέρεται επίσης να συμμετέχει βραχίονας της αμερικανικής κυβέρνησης.

Το ενδιαφέρον των κεφαλαίων του Κόλπου δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.

Ήδη στις αρχές του 2026 είχε γίνει γνωστό ότι επενδυτές από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μεταξύ των οποίων οι Mubadala, XRG και IHC, είχαν συζητήσει ενδεχόμενη συμμετοχή στο χαρτοφυλάκιο της Lukoil σε περίπτωση ολοκλήρωσης της αγοράς από την Carlyle.

Παράλληλα, ενδιαφέρον είχε εκδηλώσει και η σαουδαραβική Midad Energy, ενώ στη λίστα των ενδιαφερομένων είχαν εμφανιστεί ονόματα όπως Chevron, Exxon Mobil και MOL.

Έτσι, ένα ρωσικό ενεργειακό χαρτοφυλάκιο μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού αμερικανικών και αραβικών κεφαλαίων.

Η Ουάσιγκτον κρατά το κλειδί

Υπάρχει όμως μία καθοριστική παράμετρος: καμία συμφωνία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την άδεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η OFAC, η υπηρεσία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών που διαχειρίζεται τις κυρώσεις, έχει παρατείνει έως τις 22 Οκτωβρίου 2026 την άδεια που επιτρέπει διαπραγματεύσεις και υπό όρους συμφωνίες για τη Lukoil International GmbH.

Η άδεια αυτή δεν επιτρέπει από μόνη της την πραγματική μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων. Για να ολοκληρωθεί οποιαδήποτε πώληση απαιτείται ξεχωριστή έγκριση της OFAC.

Οι όροι της Ουάσιγκτον είναι ιδιαίτερα αυστηροί.

Η νέα δομή πρέπει να διακόψει πλήρως τους δεσμούς της με τη Lukoil, ενώ τα χρήματα που θα οφείλονται στη ρωσική εταιρεία θα πρέπει να παραμείνουν δεσμευμένα σε λογαριασμό υπό αμερικανική δικαιοδοσία έως ότου αρθούν οι κυρώσεις.

Παράλληλα, οι αμερικανικές αρχές ξεκαθαρίζουν ότι η συναλλαγή δεν πρέπει να προσφέρει στη Lukoil ένα μεγάλο άμεσο οικονομικό όφελος.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον μπορεί ουσιαστικά να καθορίσει όχι μόνο ποιος θα αγοράσει τα περιουσιακά στοιχεία, αλλά και υπό ποιους οικονομικούς όρους θα γίνει η μεταβίβαση.

Πετρέλαιο και διπλωματία γίνονται ένα

Η υπόθεση της Lukoil δείχνει πόσο δύσκολο είναι πλέον να διαχωριστούν η ενεργειακή πολιτική, οι κυρώσεις και η διπλωματία.

Για τη Ρωσία, η ολοκλήρωση μιας συμφωνίας με αμερικανική συμμετοχή θα μπορούσε να αποκτήσει συμβολική αξία, ιδιαίτερα εάν παρουσιαστεί ως ένδειξη ότι οι οικονομικοί δίαυλοι με τις ΗΠΑ δεν έχουν κλείσει οριστικά.

Για την Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, η πώληση αποτελεί εργαλείο μέσω του οποίου μπορεί να αποσυνδεθεί ένα μεγάλο διεθνές ενεργειακό χαρτοφυλάκιο από μια ρωσική εταιρεία που βρίσκεται υπό κυρώσεις, χωρίς παράλληλα να προκληθούν ανεξέλεγκτες αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά.

Και για τους επενδυτές του Κόλπου, το διακύβευμα είναι προφανές: πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία στρατηγικής σημασίας σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και άλλες περιοχές.

Ένα deal που ξεπερνά τα 20 δισ. δολάρια

Η αξία της υπόθεσης επομένως δεν αποτυπώνεται μόνο στα περίπου 20-22 δισ. δολάρια των περιουσιακών στοιχείων.

Το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται στον έλεγχο ενεργειακών υποδομών και στην πιθανή χρησιμοποίηση μιας τεράστιας επιχειρηματικής συναλλαγής ως κομματιού της ευρύτερης διπλωματίας ΗΠΑ-Ρωσίας.

Προς το παρόν, πάντως, η συμφωνία παραμένει αβέβαιη. Το Reuters σημειώνει ότι ο Λευκός Οίκος, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η Lukoil δεν απάντησαν άμεσα σε αιτήματα σχολιασμού σχετικά με τις τελευταίες πληροφορίες.

Το βέβαιο είναι ότι η Lukoil έχει πάψει να αποτελεί μια απλή ιστορία εταιρικών εξαγορών.

Από τις κυρώσεις και τη Gunvor έως την Carlyle, τον Τοντ Μπόελι και τα κεφάλαια του Κόλπου, η τύχη των διεθνών δραστηριοτήτων της ρωσικής εταιρείας βρίσκεται πλέον στο σημείο όπου συναντώνται το πετρέλαιο, τα δισεκατομμύρια, η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι σχέσεις Τραμπ-Πούτιν.

Και εφόσον οι συνομιλίες για την Ουκρανία συνεχιστούν, η τελική μορφή του deal μπορεί να αποτελέσει κάτι πολύ περισσότερο από μια συμφωνία για πετρελαϊκά κοιτάσματα και διυλιστήρια: ένα πρώτο χειροπιαστό τεστ για το κατά πόσο η γεωπολιτική αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ρωσίας μπορεί να συνυπάρξει με μια σταδιακή επαναφορά μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών μεταξύ των δύο πλευρών.

Tags
Back to top button