Στο greek-observatory και τις Ειδήσεις Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

Η υπόθεση Λίντσεϊ Κλάνσι που διχάζει τις ΗΠΑ: Σκότωσε τα τρία παιδιά της, αλλά απέκτησε κύμα υποστηρικτών

Η πιο δύσκολη ερώτηση στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι δεν είναι ποιος σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της. Αλλά αν η δολοφόνος έχει ελαφρυντικά. Η υπόθεση της μητέρας που έχει διχάσει τις ΗΠΑ φτάνει στην πιο κρίσιμη καμπή της, καθώς το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για τη μοίρα της γυναίκας που στραγγάλισε την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόσον και τον 8 μηνών Κάλαν.

Η 36χρονη σήμερα μητέρα κατηγορείται ότι στις 24 Ιανουαρίου 2023 στραγγάλισε τα παιδιά μέσα στο σπίτι της οικογένειας στο Ντάξμπερι της Μασαχουσέτης. Η ίδια έχει δηλώσει αθώα ελλείψει  ποινικής ευθύνης και οι δικηγόροι της δεν αρνούνται ότι εκείνη σκότωσε τα παιδιά. Υποστηρίζουν όμως, ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής ψυχικής νόσου και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για τις πράξεις της, σύμφωνα με το BBC. Η εισαγγελία αντιτείνει ότι, παρά τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε, γνώριζε τι έκανε και σχεδίασε τους φόνους.

Έπειτα από πέντε εβδομάδες καταθέσεων, περισσότερους από 70 μάρτυρες της εισαγγελίας και 10 της υπεράσπισης, η πολύκροτη δίκη στο Πλίμουθ της Μασαχουσέτης φτάνει στην κορύφωσή της.
 

Οι δολοφονίες των τριών παιδιών και η απόπειρα αυτοκτονίας που την άφησε παράλυτη

Το απόγευμα της 24ης Ιανουαρίου 2023, η Λίντσεϊ βρισκόταν στο σπίτι της οικογένειας μαζί με τον τότε σύζυγό της, Πάτρικ Κλάνσι και τα τρία παιδιά τους. Η Κλάνσι εργαζόταν ως νοσηλεύτρια και τους μήνες που είχαν προηγηθεί, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Κάποια στιγμή ο Πάτρικ έφυγε από το σπίτι για να πάρει φαγητό και φάρμακα. Όσο εκείνος απουσίαζε, η Λίντσεϊ στραγγάλισε τα τρία παιδιά χρησιμοποιώντας ιμάντες γυμναστικής.

Στη συνέχεια αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της τραυματίζοντας τον εαυτό της με μαχαίρι και πέφτοντας από παράθυρο του σπιτιού, σύμφωνα με το Reuters. Από την πτώση υπέστη σοβαρό τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη και έμεινε παράλυτη. Στη δίκη εμφανίζεται με αναπηρικό αμαξίδιο.

Ένα από τα βασικά σημεία πάνω στα οποία στηρίζεται η κατηγορούσα αρχή είναι το τι συνέβη λίγο πριν από τους φόνους.
Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι η Κλάνσι έστειλε τον σύζυγό της για φαγητό και φάρμακα ώστε να εξασφαλίσει ότι θα έμενε μόνη με τα παιδιά.


Η εισαγγελία παρουσίασε την απουσία του Πάτρικ ως μέρος του σχεδίου και υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά της Κλάνσι πριν και κατά τη διάρκεια των φόνων δείχνει ότι μπορούσε να οργανώσει τις πράξεις της και καταλάβαινε τι έκανε.

Η υπεράσπιση απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι οι κινήσεις της πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της βαριάς ψυχικής κατάστασης στην οποία, σύμφωνα με τους δικηγόρους της, είχε περιέλθει.


«Σκότωσε τα παιδιά»

Όταν ο Πάτρικ επέστρεψε στο σπίτι, βρήκε τη σύζυγό του σοβαρά τραυματισμένη και στη συνέχεια εντόπισε νεκρά τα παιδιά στο υπόγειο. Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της δίκης ήρθε όταν στην αίθουσα ακούστηκε η κλήση του στην υπηρεσία έκτακτης ανάγκης. «Σκότωσε τα παιδιά», ακούγεται να φωνάζει ο Πάτρικ. Η Λίντσεϊ έκλαιγε στο δικαστήριο όσο παιζόταν η ηχογράφηση.

Ο Πάτρικ περιέγραψε ακόμη την τελευταία εικόνα που είχε από τον Ντόσον πριν φύγει από το σπίτι: καθόταν στον καναπέ και έτρωγε κοτομπουκιές. Η Κόρα και ο Ντόσον άφησαν την τελευταία τους πνοή. Ο Κάλαν μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Βοστόνης και πέθανε λίγες ημέρες αργότερα. Η ιατροδικαστική εξέταση κατέληξε ότι οι θάνατοι των παιδιών προήλθαν από ασφυξία, σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας

 

Η «μεγάλη κατάρρευση» πριν από τους φόνους

Το μεγαλύτερο μέρος της δίκης δεν περιστράφηκε γύρω από το εάν η Κλάνσι σκότωσε τα παιδιά, αλλά γύρω από το τι συνέβαινε στο μυαλό της την περίοδο πριν από τους θανάτους τους. Ο πρώην πλέον σύζυγός της περιέγραψε στους ενόρκους τη σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής της κατάστασης μετά τη γέννηση του μικρότερου παιδιού τους. Όπως κατέθεσε, περίπου έναν μήνα πριν από τους φόνους άρχισε αυτό που χαρακτήρισε τη μεγάλη «καθοδική πορεία» της.

«Άρχισε να χάνει πολύ βάρος, έγινε πολύ καταθλιπτική και περνούσε πραγματικά πολύ δύσκολα», είπε. Ο Πάτρικ περιέγραψε μια γυναίκα που αναζητούσε επανειλημμένα βοήθεια από γιατρούς, λάμβανε διαφορετικές φαρμακευτικές αγωγές και είχε αρχίσει να μιλά για αυτοκτονία.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη δίκη, η Κλάνσι είχε λάβει συνταγές για περισσότερα από 12 διαφορετικά ψυχιατρικά φάρμακα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα λάμβανε όλα ταυτόχρονα, αποτελεί όμως ένα από τα στοιχεία στα οποία στάθηκε η υπεράσπιση για να περιγράψει τη διαδρομή μιας γυναίκας που αναζητούσε επανειλημμένα θεραπεία.
 

 

Χάπια που είχαν συνταγογραφηθεί στην Λίντσεϊ παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο


Είχε επίσης απευθυνθεί σε γραμμή βοήθειας για αυτοκτονικές τάσεις και σε τμήμα επειγόντων περιστατικών, ενώ είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο λίγες εβδομάδες πριν από τους φόνους.

Στη δίκη κατέθεσαν άνθρωποι που βρίσκονταν πολύ κοντά στην Κλάνσι και περιέγραψαν την αλλαγή στη συμπεριφορά της.

Η πρώην πεθερά της, Σούζαν Κλάνσι, είπε ότι η Λίντσεϊ «ζητούσε βοήθεια». «Είχε αϋπνίεςΈχανε την όρεξή της. Ήταν πολύ αγχωμένη και λυπημένη», κατέθεσε. Η Σούζαν την περιέγραψε παράλληλα ως μια ιδιαίτερα στοργική μητέραπριν από την επιδείνωση της ψυχικής της κατάστασης μετά τη γέννηση του μικρότερου παιδιού.

Η μητέρα της Λίντσεϊ, Πόλα Μάσγκροουβ, είπε ότι η κόρη της είχε γίνει παρανοϊκή και είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι τα φάρμακά της «κατέστρεφαν το μυαλό της». Ταυτόχρονα αποκάλυψε ενώπιον του δικαστηρίου πως περίπου έναν μήνα πριν από τους φόνους, η Λίντσεϊ είχε αποκαλύψει στην ίδια και στον Πάτρικ ότι είχε σκέψεις να κάνει κακό στα παιδιά.

Η αδελφή της, Άλισον Όζγκα, κατέθεσε επίσης ότι η Λίντσεϊ αντιμετώπιζε καθημερινές αυτοκτονικές σκέψεις περίπου έναν μήνα πριν από τους θανάτους.

 

Η επιλόχεια ψύχωση και η φωνή που άκουσε

Η κεντρική θέση της υπεράσπισης είναι ότι η Κλάνσι έπασχε από επιλόχεια ψύχωση και ότι όταν σκότωσε τα παιδιά της βρισκόταν σε ψυχωτική και παραληρητική κατάσταση. Η επιλόχεια ψύχωση είναι μια σπάνια αλλά σοβαρή ψυχιατρική κατάσταση που μπορεί να περιλαμβάνει ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, μανία, σοβαρή κατάθλιψη ή συνδυασμό συμπτωμάτων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, το αν η Κλάνσι πράγματι βρισκόταν σε επιλόχεια ψύχωση κατά τον χρόνο των φόνων είναι αντικείμενο έντονης επιστημονικής διαφωνίαςστη δίκη και όχι ένα δεδομένο που έχει γίνει αποδεκτό από όλες τις πλευρές.

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπεράσπισης αφορά όσα η Κλάνσι έχει πει μετά τους φόνους σχετικά με μια ανδρική φωνή που άκουγε. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι επρόκειτο για ακουστική ψευδαίσθηση στο πλαίσιο ψυχωσικού επεισοδίου και ότι η φωνή την παρότρυνε να σκοτώσει τα παιδιά.

Ο ψυχίατρος Φίλιπ Ρέσνικ, ο οποίος κατέθεσε για την υπεράσπιση και έχει ασχοληθεί εκτενώς με περιπτώσεις γονέων που σκοτώνουν τα παιδιά τους, υποστήριξε ότι η Κλάνσι ήταν ψυχωτική και παραληρητική την ώρα των φόνων, σύμφωνα με το AP. Κατά την εκτίμησή του, είχε φτάσει να πιστεύει ότι σκοτώνοντας τα παιδιά της τα «προστάτευε».

Ωστόσο από την εισαγγελία παρουσίασαν μια πολύ διαφορετική ερμηνεία. Ο ψυχίατρος Γκρέγκορι Σάατοφ αμφισβήτησε την περιγραφή της Κλάνσι ότι η φωνή την καθοδηγούσε. Στάθηκε στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την αφήγησή της, η φωνή τής είπε να σκοτώσει τα παιδιά, αλλά δεν της υπέδειξε πού, με ποια σειρά, με ποιο αντικείμενο ή ακριβώς με ποιον τρόπο, σύμφωνα με το AP.

Για τον Σάατοφ, η ικανότητά της να πραγματοποιήσει μια σειρά διαδοχικών ενεργειών μέσα στον περιορισμένο χρόνο που είχε στη διάθεσή της αποτελούσε ένδειξη ότι διατηρούσε σημαντικό έλεγχο της συμπεριφοράς της. Ο ίδιος επισήμανε ότι η Κλάνσι δεν είχε αναφέρει πριν από τους φόνους στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας που την παρακολουθούσαν ότι άκουγε φωνές.

Από τις πιο έντονες στιγμές της δίκης ήταν η κατάθεση της ψυχιάτρου Τζένιφερ Ταφτς, η οποία είχε κάνει με την την Κλάνσι πάνω από 12 συνεδρίες σε διάστημα περίπου πέντε μηνών. Η Ταφτς κατέθεσε ότι στις συναντήσεις τους δεν είχε δει ενδείξεις ψύχωσης. «Δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι κινδύνευε η ασφάλειά της ή η ασφάλεια οποιουδήποτε άλλου», είπε.

Οι δικηγόροι της υπεράσπισης επικεντρώθηκαν όμως στις ιατρικές σημειώσεις της, όπου εμφανιζόταν η φράση «όχι υπερβολική, πιεσμένη ομιλία». Και αυτό διότι η «πιεσμένη ομιλία» μπορεί να εμφανιστεί σε μανιακά επεισόδια. Η Ταφτς επέμεινε ότι το «όχι» αφορούσε και τις δύο λέξεις και επομένως η καταγραφή της σήμαινε ότι δεν είχε παρατηρήσει πιεσμένη ομιλία. Όταν ο δικηγόρος της Κλάνσι, Κέβιν Ρέντινγκτον, συνέχισε να την πιέζει σχετικά με τη διατύπωση των σημειώσεών της, εκείνη απάντησε: «Δεν με νοιάζει τι γράφει. Ξέρω τι εννοούσα».


Ένταση προκλήθηκε και κατά την εξέταση του ψυχιάτρου Άβραμ Μακ, ο οποίος κατέθεσε για την εισαγγελία. Ο Κέβιν Ρέντινγκτον τον πίεσε επανειλημμένα να απαντήσει εάν η επιλόχεια ψύχωση αποτελεί αναγνωρισμένη διάγνωση. Ο Μακ αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο ταξινομείται η κατάσταση από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία και απέφυγε να την παρουσιάσει ως αυτοτελή επίσημη διάγνωση, προκαλώντας έντονη αντιπαράθεση με τον δικηγόρο.


Το «θανάσιμο αμάρτημα» και το αίτημα για κακοδικία

Λίγο πριν από το τέλος της διαδικασίας, η υπεράσπιση ζήτησε να κηρυχθεί κακοδικία εξαιτίας αναφορών στην καθολική πίστη της Κλάνσι. Η εισαγγελία είχε προηγουμένως ρωτήσει την Κλάνσι εάν γνώριζε ότι ο φόνος θεωρείται «θανάσιμο αμάρτημα» στην Καθολική Εκκλησία. Αργότερα, ο δικαστικός ψυχολόγος Κερκ Χάιλμπρουν κατέθεσε ότι είχε ρωτήσει τη Λίντσεϊ εάν θεωρούσε την αυτοκτονία «θανάσιμο αμάρτημα»,στο πλαίσιο συζήτησης για την καθολική ανατροφή της.

Ο δικαστής Γουίλιαμ Σάλιβαν απέρριψε το αίτημα για κακοδικία, ήταν όμως κατηγορηματικός ότι οι συγκεκριμένες αναφορές δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Χαρακτήρισε το ζήτημα «απολύτως ακατάλληλο πεδίο κατάθεσης» και διέταξε τους ενόρκους να το αγνοήσουν: «Διαγράφεται. Δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Δεν μπορώ να είμαι πιο ξεκάθαρος».


Γυναίκες στα ροζ έξω από το δικαστήριο

Η υπόθεση έχει προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον στις ΗΠΑ, με χιλιάδες ανθρώπους να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις μέσω διαδικτύου. Παράλληλα, εκατοντάδες υποστηρικτές της Κλάνσι έχουν συγκεντρωθεί έξω από το δικαστήριο φορώντας ροζ μπλούζες. Σε αυτές αναγράφονται συνθήματα όπως «χρειαζόταν βοήθεια» και «ειρήνη για τη Λίντσεϊ».

Για αρκετές από τις γυναίκες αυτές η δίκη έχει μετατραπεί σε αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την ψυχική υγεία μετά τον τοκετό και την ανάγκη να αναγνωρίζονται εγκαίρως τα σοβαρά συμπτώματα.

 

Οι θεωρίες συνωμοσίας για τον Πάτρικ Κλάνσι

Η τεράστια διαδικτυακή δημοσιότητα της δίκης έχει συνοδευτεί και από θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τον πρώην σύζυγο της Λίντσεϊ. Σύμφωνα με το BBC, ο Πάτρικ Κλάνσι δεν υπήρξε ύποπτος ούτε βρέθηκε υπό υποψία των ερευνητών για τους φόνους. Η Λίντσεϊ Κλάνσι έχει παραδεχθεί ότι εκείνη σκότωσε τα παιδιά και ούτε η υπεράσπισή της ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό.

Ο Πάτρικ είχε καταθέσει ως πρώτος μάρτυρας της εισαγγελίας. Επειδή η Λίντσεϊ Κλάνσι είχε συμφωνήσει σε«συμφωνία επί των γεγονότων» στην υπόθεση, οι εισαγγελείς δεν χρειάζεται να παρουσιάσουν όλα τα αποδεικτικά τους στοιχεία στο δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα, υπάρχει κενό στην τηλεοπτική δίκη που πολλοί δημιουργοί περιεχομένου γεμίζουν με εναλλακτικές υποθέσεις. Πολλοί στηρίζονται στις δικές τους αβάσιμες εικασίες, ακόμη και σε εκείνες που δεν υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία, όπως αναφέρει το CNN. 

«Δεν πιστεύω ότι η Λίντσεϊ Κλάνσι διέπραξε αυτά τα εγκλήματα. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο Πάτρικ την έπεισε ότι τα διέπραξε», δήλωσε ένας χρήστης του TikTok. «Δεν αμφέβαλα για τίποτα από όσα συνέβησαν μέχρι που αυτός ο άντρας άνοιξε το στόμα του», είπε ένας άλλος χρήστης.
 

Ο δικηγόρος Χάουαρντ Κούπερ, από το δικηγορικό γραφείο Todd & Weld που εκπροσωπεί τον Πάτρικ Κλάνσι, χαρακτηρίζει τέτοιες δηλώσεις ψευδείς και δυσφημιστικές, προειδοποιώντας για τις πραγματικές συνέπειες που μπορεί να έχει η διατύπωση τέτοιων ισχυρισμών: «Τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα: ο Πάτρικ Κλάνσι έχει υποστεί μια απερίγραπτη και αδιανόητη απώλεια. Δυστυχώς, η τραγωδία που βίωσε ο Πάτρικ επιδεινώθηκε από προφανώς ψευδείς, δυσφημιστικές και επιζήμιες δημόσιες δηλώσεις. Τα άτομα που κάνουν αυτές τις δηλώσεις -από μικρούς influencers έως διασημότητες- πρέπει να γνωρίζουν ότι οι απεχθές πράξεις τους και οι ψευδείς, δυσφημιστικές δηλώσεις τους έχουν προκαλέσει πραγματικές συνέπειες στην υγεία και την ασφάλεια του Πάτρικ και της οικογένειάς του».

Αυτές οι θεωρίες που διαδίδονται στο διαδίκτυο, σύμφωνα με έναν ειδικό, πηγάζουν από την προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν μια ικανοποιητική εξήγηση για το τι συνέβη. «Όταν μια μητέρα έχει σκοτώσει τα παιδιά της, σε ωθεί να σκεφτείς: “Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια”», δήλωσε ο Μάικλ Βάγκνερ, διευθυντής της Σχολής Δημοσιογραφίας και Μαζικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν-Μάντισον. Η έρευνά του επικεντρώνεται στο πώς οι εμπειρίες των ατόμων σε διαδικτυακά περιβάλλοντα συνδέονται με αυτό που πιστεύουν ότι είναι αλήθεια.

Ενώ στις περισσότερες έρευνες για ανθρωποκτονίες εξετάζονται πρώτα τα άτομα που βρίσκονται πιο κοντά στα θύματα, ο Πάτρικ Κλάνσι πιθανότατα θα είχε αποκλειστεί ως ύποπτος από νωρίς επειδή είχε αδιάσειστο άλλοθι, δήλωσε ο Κεν Κόρι, νυν ερευνητής στο Εργαστήριο της αστυνομίας του Σικάγου και πρώην αρχηγός της αστυνομίας της Νέας Υόρκης: «Όλοι είναι ύποπτοι μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο. Δεν θα θεωρηθεί ύποπτος μόνο όταν υπάρχουν είτε αδιάσειστα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν διέπραξε ή δεν θα μπορούσε να έχει διαπράξει το έγκλημα αυτό, είτε αδιάσειστα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι κάποιος άλλος όντως διέπραξε το έγκλημα». 

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δημόσια στην υπόθεση Κλάνσι υποδεικνύουν ότι η Λίντσεϊ ήταν η μόνη ενήλικη στο οικογενειακό σπίτι τη στιγμή που, σύμφωνα με τους ερευνητές, επιτέθηκαν στα παιδιά. Ο Κόρι λέει ότι αυτό αποδεικνύει σαφώς ότι ο Πάτρικ δεν βρισκόταν στο σπίτι. «Βρίσκεται πράγματι αλλού, και αυτό επιβεβαιώνεται, όχι μόνο από το βίντεο παρακολούθησης», εξήγησε ο πρώην αρχηγός της αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους, οι ντετέκτιβ θα είχαν κατασχέσει το κινητό του Πάτρικ για να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του και ανάλογα με το όχημα, θα είχαν αποκτήσει τα δεδομένα GPS του αυτοκινήτου του «για να αποδείξουν κατηγορηματικά ότι δεν θα μπορούσε να έχει διαπράξει το έγκλημα, επειδή δεν βρισκόταν φυσικά εκεί τη στιγμή που διαπράχθηκε το έγκλημα». 


Ακολουθεί το χρονοδιάγραμμα των κινήσεων του Πάτρικ, όπως παρουσιάστηκε στο δικαστήριο:

1. Πριν φύγει από το σπίτι της οικογένειας λίγο μετά τις 5 μ.μ. στις 24 Ιανουαρίου 2023, για να πάρει φάρμακα και φαγητό, ο Πάτρικ κούνησε το μωρό για ένα λεπτό, παρατήρησε τον μεγαλύτερο γιο του να τρώει στον καναπέ και φίλησε την κόρη του στο κεφάλι, όπως κατέθεσε.

2. Πριν μπει στο φαρμακείο, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου τριών λεπτών με το αυτοκίνητο από το σπίτι της οικογένειας, τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο έδειξαν ότι ο Πάτρικ έστειλε ένα email και στη συνέχεια μπήκε μέσα στο κατάστημα

3. Όσο βρισκόταν στο φαρμακείο, τα τηλεφωνικά αρχεία δείχνουν ότι ο Πάτρικ τηλεφώνησε στη Λίντσεϊ, αλλά εκείνη δεν απάντησε. Του τηλεφώνησε περίπου ένα λεπτό αργότερα -περίπου την ώρα που οι ερευνητές πιστεύουν ότι έλαβαν χώρα οι δολοφονίες- και οι δύο είχαν μια σύντομη συνομιλία, κατά την οποία η Λίντσεϊ επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να παραλάβει τη γενόσημη έκδοση του φαρμάκου που είχε ζητήσει, κατέθεσε ο Πάτρικ. Στο δικαστήριο παρουσιάστηκαν βίντεο από κάμερες παρακολούθησης που έδειχναν τον Πάτρικ μέσα στο φαρμακείο, καθώς και η απόδειξη της αγοράς του

4. Αφού πλήρωσε στο φαρμακείο, ο Πάτρικ οδήγησε περίπου 10 λεπτά μέχρι ένα εστιατόριο για να παραλάβει το γεύμα που είχε παραγγείλει η Λίντσεϊ. Το βίντεο παρακολούθησης δείχνει τον Πάτρικ να μπαίνει στο εστιατόριο στις 5:54 μ.μ. και να παραμένει μέσα για λιγότερο από δύο λεπτά. Ο Πάτρικ κατέθεσε ότι του πήρε περίπου 10-12 λεπτά να οδηγήσει μέχρι το σπίτι.

5. Στο σπίτι, ο Πάτρικ είπε ότι βρήκε τη Λίντσεϊ έξω, ξαπλωμένη ανάσκελα και αιμορραγώντας στην πίσω αυλή και κάλεσε την αστυνομία. Όταν τη ρώτησε πού ήταν τα παιδιά τους, εκείνη του είπε ότι ήταν στο υπόγειο, όπως κατέθεσε. Δεν ανέφερε ότι ήταν τραυματισμένα ή ότι χρειάζονταν βοήθεια, είπε

6. Καθώς έφτασαν οι πρώτοι διασώστες και άρχισαν να περιθάλπουν τη Λίντσεϊ, ο Πάτρικ πήγε στο υπόγειο του σπιτιού, όπου βρήκε τα παιδιά του. Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο άκουσαν κραυγές να προέρχονται από το εσωτερικό του σπιτιού και έτρεξαν στο υπόγειο. Εκεί βρήκαν τον Πάτρικ, ο οποίος σήκωσε το βλέμμα και φώναξε: «Σκότωσε τα γ... τα παιδιά!», κατέθεσε ένας αστυνομικός του Ντάξμπερι.

Το γεγονός ότι η νομική ομάδα της Λίντσεϊ Κλάνσι δεν αμφισβητεί ότι στραγγάλισε τα παιδιά της αποτελεί έναν ακόμη λόγο για να αποκλειστεί ο Πάτρικ ως ύποπτος, είπε ο Κόρι: «Αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να δημιουργήσουν κάποια εύλογη αμφιβολία, παρουσιάζοντας μια εναλλακτική θεωρία για το έγκλημα και μεταθέτοντας την ευθύνη σε αυτόν αντί για εκείνη, σίγουρα θα το είχαν κάνει».

Η απόφαση ων ενόρκων

Οι ένορκοι δεν καλούνται απλώς να αποφασίσουν εάν η Κλάνσι είχε κάποια ψυχική νόσο. Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες του Ανώτατου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης, κάποιος δεν θεωρείται ποινικά υπεύθυνος εάν εξαιτίας ψυχικής νόσου ή διαταραχής, δεν είχε ουσιαστική ικανότητα:
 

  1. είτε να αντιληφθεί τον εγκληματικό ή ηθικά λανθασμένο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του,
  2. είτε να συμμορφώσει τη συμπεριφορά του στις απαιτήσεις του νόμου.


Υπάρχει όμως και μία ακόμη κρίσιμη λεπτομέρεια. Η Λίντσεϊ Κλάνσι δεν έχει το βάρος να αποδείξει ότι δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη. Από τη στιγμή που το ζήτημα έχει τεθεί στη δίκη, η Πολιτεία της Μασαχουσέτης πρέπει να αποδείξει πέραν εύλογης αμφιβολίας ότι η Κλάνσι ήταν ποινικά υπεύθυνη κατά τον χρόνο των εγκλημάτων.

Έτσι, έπειτα από πέντε εβδομάδες καταθέσεων, δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες έχουν διαμορφωθεί ενώπιον των ενόρκων.
Από τη μία, βρίσκεται μια γυναίκα που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, αναζητούσε επανειλημμένα βοήθεια, είχε μιλήσει για αυτοκτονία και είχε αποκαλύψει ότι φοβόταν πως μπορεί να κάνει κακό στα παιδιά της. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι όλα αυτά κορυφώθηκαν σε ένα ψυχωσικό επεισόδιο και ότι η Κλάνσι δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα για να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη.

Από την άλλη, η εισαγγελία υποστηρίζει ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας ήταν υπαρκτά, αλλά δεν της αφαίρεσαν την ικανότητα να γνωρίζει τι έκανε. Για την κατηγορούσα αρχή, το γεγονός ότι έμεινε μόνη με τα παιδιά, τα στραγγάλισε διαδοχικά και στη συνέχεια επιχείρησε να αυτοκτονήσει δείχνει μια οργανωμένη αλληλουχία πράξεων και όχι απώλεια ελέγχου.

Εάν καταδικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση, η Λίντσεϊ Κλάνσι αντιμετωπίζει ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους.

Εάν οι ένορκοι αποφασίσουν ότι δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα αποφυλακιστεί. Μπορεί να οδηγηθεί σε ψυχιατρική δομή, ανάλογα με την αξιολόγηση της κατάστασής της.

Tags
Back to top button