Η 36χρονη Τζέιν, η 32χρονη Κριστίνα και η 31χρονη Ρεμπέκα είχαν εντοπιστεί νεκρές στις 13 Μαΐου και κατά τη σημερινή διαδικασία στο δικαστήριο Γούντβεϊλ (8/10) έγινε γνωστό ότι λιγότερο από 48 ώρες πριν από την τραγωδία, είχαν ταξιδέψει, από το σπίτι όπου διέμεναν μαζί στο Άξμπριτζ του Λονδίνου, στο Έρντινγκτον του Μπέρμιγχαμ, σύμφωνα με την Daily Mail.
Αποβιβάστηκαν στην περιοχή Λίντον Γουόκ, κοντά στη λίμνη του πάρκου Μπρούκβεϊλ, όπου επισκέφθηκαν το παλιό σπίτι της μητέρας τους, προτού μεταβούν στη λίμνη στην οποία εκείνη είχε βάλει τέλος στη ζωή της το 2010. Εκτιμάται ότι επισκέφθηκαν επίσης τον τάφο της.
Αφού παρέμειναν στο Μπέρμιγχαμ μόλις 90 λεπτά, πήραν ταξί για να επιστρέψουν στο Λονδίνο τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Μαΐου και στη συνέχεια αναχώρησαν για το Μπράιτον το ίδιο βράδυ.
Έφτασαν στο Μπράιτον στις 22:21 και καταγράφηκαν από κάμερες ασφαλείας στον δρόμο που βρίσκεται δίπλα στην παραλία. Για περισσότερο από μία ώρα περπατούσαν πάνω κάτω στον δρόμο, μέχρι που, στις 2:42 τα ξημερώματα, κάμερες κατέγραψαν τρεις φιγούρες, τις οποίες η αστυνομία πιστεύει ότι ήταν οι ίδιες γυναίκες, να κατευθύνονται προς την παραλία.
Περίπου τρεις ώρες αργότερα, η αστυνομία δέχθηκε αναφορές για μια γυναίκα που κινδύνευε μέσα στο νερό και στο σημείο έφτασε το Λιμενικό όπου εντόπισε τις τρεις σορούς.
Η νεκροψία έδειξε και στις τρεις γυναίκες ως αιτία θανάτου τον πνιγμό, ενώ δεν εντοπίστηκαν ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ στον οργανισμό τους, ούτε στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι είχαν υποστεί βία.
Ο επικεφαλής επιθεωρητής της αστυνομίας Μαρκ Κάλιμορ δήλωσε: «Την Τετάρτη 13 Μαΐου δεχθήκαμε δύο τηλεφωνήματα, σύμφωνα με τα οποία διακρίνονταν σοροί μέσα στη θάλασσα στο Μπράιτον. Μία σορός δεν είχε σημάδια ζωής και είχε ξεβραστεί στην ακτή. Επικρατούσαν ισχυροί άνεμοι και η θάλασσα ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη».
Ο πατέρας των τριών αδελφών, Τζόζεφ Γιάκομπσεν, δήλωσε κατά τη διαδικασία: «Δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν να περιγράψουν επαρκώς την απώλεια ενός παιδιού. Είναι ένας πόνος που ξεπερνά οτιδήποτε θα μπορούσα να φανταστώ. Η καθεμία είχε τη δική της ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Τις συνέδεε ένας ιδιαίτερος δεσμός ως αδελφές. Βρίσκω κάποια παρηγοριά στη χριστιανική μου πίστη. Ήταν οι κόρες μου. Τις αγαπούσαν και η ζωή τους είχε σημασία. Μου έχουν απομείνει αναμνήσεις που θα κουβαλώ μαζί μου για το υπόλοιπο της ζωής μου».
«Η απουσία σας έχει αφήσει ένα κενό στην καρδιά μου που τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει. Ήσασταν οι κόρες μου, θα είστε πάντα οι κόρες μου και εύχομαι οι ψυχές σας να αναπαυθούν σε αιώνια ειρήνη», συμπλήρωσε.
Μυστήριο στη Βρετανία: Βρέθηκε δολοφονημένη στο σπίτι της γιατρός της βασιλικής οικογένειας – Συνελήφθη ο σύζυγός της
Η ιατροδικαστής Σκόφιλντ ανακοίνωσε στο δικαστήριο ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι τρεις γυναίκες «μπήκαν στη θάλασσα στη Δυτική Παραλία του Μπράιτον με σκοπό να βάλουν τέλος στη ζωή τους».
«Αυτές οι τρεις αδελφές ζούσαν απομονωμένες ζωές, ήταν εξαιρετικά κλειστοί άνθρωποι. Δεν γνωρίζουμε γιατί αποφάσισαν να ακολουθήσουν αυτή την πορεία, ούτε γιατί επέλεξαν να το κάνουν στο Μπράιτον. Δεν είναι δουλειά του δικαστηρίου να κάνει εικασίες και, δυστυχώς, αυτοί οι λόγοι μπορεί να μη γίνουν ποτέ γνωστοί», ανέφερε.
Είχαν καθαρίσει το σπίτι και είχαν πληρώσει τα χρέη
Στο δικαστήριο αποκαλύφθηκε ότι, πριν ταξιδέψουν στο Μπράιτον, οι αδελφές είχαν κάνει προετοιμασίες ενόψει του θανάτου τους. Είχαν τακτοποιήσει και καθαρίσει το διαμέρισμά τους, απομακρύνοντας προσωπικά αντικείμενα, είχαν εξοφλήσει όλα τα χρέη τους και είχαν κλείσει τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς.
Η Κριστίνα, η οποία υπέφερε από κατάθλιψη μετά τον θάνατο της μητέρας της, είχε επίσης πραγματοποιήσει εκτεταμένη έρευνα στον υπολογιστή της σχετικά με την αυτοκτονία και είχε αναζητήσει παραθαλάσσιες τοποθεσίες.
Οι τρεις γυναίκες πέθαναν 16 χρόνια μετά τη μητέρα τους, Τζάνις, η οποία έχασε τη ζωή της από πνιγμό, αφού είχε εξαφανιστεί τον Δεκέμβριο του 2009. Την εποχή εκείνη, οι κόρες της ήταν 20, 16 και 15 ετών.
Η Τζάνις είχε θεαθεί για τελευταία φορά από μία από τις κόρες της και αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας. Τον Οκτώβριο του 2009 είχε εμφανιστεί σε αστυνομικό τμήμα παρουσιάζοντας «παρανοϊκές παραληρητικές ιδέες», σύμφωνα με συγγενείς της.
Η σορός της εντοπίστηκε τρεις μήνες αφότου είχε δηλωθεί η εξαφάνισή της. Μετά τον θάνατο της μητέρας τους, οι τρεις αδελφές επέστρεψαν μαζί στο Λονδίνο, καθώς προηγουμένως είχαν μετακομίσει μαζί της στο Μπέρμιγχαμ, μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα τους.
Γείτονες τις περιέγραψαν ως ιδιαίτερα κλειστούς ανθρώπους και ανέφεραν ότι κάθε εβδομάδα παραλάμβαναν τα ψώνια τους στο σπίτι μέσω υπηρεσίας παράδοσης.
Η Τζέιν εργαζόταν ως λογίστρια και σύμφωνα με μαρτυρίες, είχε αναλάβει τον «ρόλο της μητέρας» για τις δύο μικρότερες αδελφές της.
Η Κριστίνα, η οποία μαζί με την αδελφή της Ρεμπέκα είχε αλλάξει το επώνυμό της σε Γουόλτερς, υιοθετώντας το πατρικό επώνυμο της μητέρας τους, είχε πρόσφατα αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο Μπρουνέλ και εργαζόταν επίσης στον τομέα της λογιστικής, ενώ η Ρεμπέκα εργαζόταν στο τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού.
Η ξαδέλφη των τριών αδελφών, Νάταλι Γουόλτερς-Ντάνιελ, είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι οι γυναίκες δεν είχαν καταφέρει ποτέ να ξεπεράσουν τον θάνατο της μητέρας τους.