Στο greek-observatory και τις Ειδήσεις Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
ΥΓΕΙΑ

Χοληστερίνη: Μύθος ότι την έχουν μόνο οι παχύσαρκοι

Ωστόσο η διατροφή δεν είναι ο παράγων-κλειδί στην ανάπτυξη της υψηλής χοληστερόλης. Τα γονίδια παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο, αναφέρει ο Dr. Naveed Sattar, καθηγητής Καρδιομεταβολικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.

Η χοληστερόλη είναι ένα λιπίδιο που παράγεται κυρίως από το ήπαρ. Δευτερευόντως προέρχεται από τα τρόφιμα (κυρίως τα ζωικής προελεύσεως, όπως κρέας και πλήρη γαλακτοκομικά) που καταναλώνουμε.

Υπολογίζεται ότι μόνον το 20% της χοληστερόλης στο αίμα μας προέρχεται από τα τρόφιμα. Την υπόλοιπη την παράγει ο ίδιος ο οργανισμός, καθώς την χρειάζεται, μεταξύ άλλων, για την δημιουργία των κυτταρικών μεμβρανών και την παραγωγή ορμονών.

Η χοληστερόλη έχει αρκετούς τύπους, οι πιο γνωστοί εκ των οποίων είναι η «καλή» (ή HDL) και η «κακή» (ή LDL). Η πρώτη έχει καθιερωθεί να λέγεται καλή, διότι δρα καρδιοπροστατευτικά. Η δεύτερη αποκαλείται κακή επειδή συσσωρεύεται στα εσωτερικά τοιχώματα των αρτηριών. Όταν τα επίπεδά της είναι υψηλά, προκαλεί στένωση στα αγγεία (σαν το πουρί στους σωλήνες), παρεμποδίζοντας τη ροή του αίματος και έτσι την οξυγόνωση του οργανισμού.

Στάρμερ για την παραίτηση του Βρετανού υπουργού Υγείας: Λυπάμαι ειλικρινά που αποχωρεί από την κυβέρνηση

Τα κορεσμένα λιπαρά

Υψηλή LDL χοληστερόλη, όμως, δεν έχουν μόνον οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι άνθρωποι. «Τα γονίδια είναι ο κύριος παράγοντας που καθορίζει πόσο υψηλά θα είναι τα επίπεδά της», λέει ο Dr. Sattar. «Η διατροφή ασκεί μικρότερη επίδραση. Επιπλέον, το θέμα δεν είναι πόσες θερμίδες καταναλώνει κάποιος. Είναι πόσα κορεσμένα λιπαρά περιέχει η διατροφή του, ώστε να οδηγήσει σε αύξηση της LDL χοληστερόλης».

Τα κορεσμένα λιπαρά υπάρχουν σε πολλά τρόφιμα. Το κόκκινο κρέας και τα προϊόντα του είναι μόνον μία πηγή. Υπάρχουν εν αφθονία και σε πολλά υπερπεξεργασμένα τρόφιμα, στις τούρτες και στα γλυκά, στα μπισκότα και στα κέικ, στα πλήρη γαλακτοκομικά και τις κρέμες γάλακτος κ.λπ. Μια ματιά στις συσκευασίες των τροφίμων δείχνει αμέσως πόσα κορεσμένα λιπαρά περιέχουν.

Επειδή όμως τέτοιου είδους τρόφιμα αποτελούν τον κορμό της διατροφής και πολλών ανθρώπων δίχως πρόβλημα βάρους, μπορούν και αυτοί σχετικά εύκολα να αποκτήσουν υψηλή χοληστερόλη.

Αντίστοιχα, μπορεί κάποιος να τρώει πολύ υγιεινά, αλλά να έχει γενετική προδιάθεση στην υψηλή LDL χοληστερόλη.

Ο αληθινός ρόλος της παχυσαρκίας

«Η παχυσαρκία από μόνη της ασκεί ελάχιστη επίδραση στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης», τονίζει ο Dr. Sattar. «Επηρεάζει όμως άλλα λιπίδια του αίματος, όπως τα τριγλυκερίδια και η VLDL, που επίσης υπονομεύουν την καρδιαγγειακή υγεία».

Η παχυσαρκία σχετίζεται επίσης στενά με παθήσεις, όπως η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, που μπορεί να καταστήσουν την LDL πιο επιβλαβή.

Επομένως, ανεξαρτήτως του σωματικού βάρους σας, φροντίστε να υποβάλλεστε τακτικά σε εξετάσεις χοληστερόλης. Και αν έχετε περάσει τα 45 σας χρόνια, καλό είναι να εξετάζεστε μία φορά κάθε 1-2 χρόνια (εφ’ όσον βεβαίως δεν έχετε πρόβλημα, ειδάλλως όσο συχνά σας έχει συστήσει ο γιατρός σας). Μετά τα 65 έτη, τέλος, ο έλεγχος πρέπει να είναι ετήσιος.

Tags
Back to top button