Η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας, η «Ασπίδα του Αχιλλέα», τα F-35 και η νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο βρέθηκαν στο επίκεντρο των τοποθετήσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη ΔΕΘ, με τον πρωθυπουργό να περιγράφει ουσιαστικά την επόμενη φάση της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.
Το μήνυμα της Αθήνας είναι διπλό: από τη μία πλευρά επιδιώκει τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα και από την άλλη δεν συνδέει την πολιτική αποκλιμάκωσης με οποιαδήποτε επιβράδυνση των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αποκλείοντας τη συζήτηση επί άλλων τουρκικών διεκδικήσεων. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η χώρα διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, όταν κρίνει ότι οι συνθήκες είναι κατάλληλες.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει τα δεδομένα
Στο καθαρά στρατιωτικό σκέλος, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αεράμυνας που έχει υλοποιήσει ποτέ η Ελλάδα.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ που υπογράφηκε στο Τελ Αβίβ έχει προϋπολογισμό 3,035 δισ. ευρώ, προβλέπει χρόνο υλοποίησης 35 μηνών και ελληνική βιομηχανική συμμετοχή άνω του 25%, δηλαδή περίπου 750 εκατ. ευρώ. Συνολικά 19 ελληνικές εταιρείες εμπλέκονται ήδη στις διαδικασίες, ενώ προβλέπεται δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα και μεταφορά τεχνογνωσίας.
Ουσιαστικά δημιουργείται ένας πολυεπίπεδος αντιαεροπορικός, αντιβαλλιστικός και anti-drone θόλος, σχεδιασμένος για ένα περιβάλλον όπου η απειλή δεν προέρχεται πλέον μόνο από επανδρωμένα μαχητικά.
Η «Ασπίδα» θα συνδυάζει τα David’s Sling, Barak MX και SPYDER, προηγμένα ραντάρ ELM-2084 και ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Στη συνολική αρχιτεκτονική θα ενσωματωθούν υφιστάμενα ελληνικά συστήματα, όπως οι Patriot, καθώς και σύγχρονες πλατφόρμες των Ενόπλων Δυνάμεων. Η πλήρης ανάπτυξη του συστήματος προβλέπεται έως τον Ιούλιο του 2029.
Πρόκειται για σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας. Η ελληνική αεράμυνα καλείται πλέον να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, αεροσκάφη, drones και άλλες ασύμμετρες απειλές, αξιοποιώντας αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων και τεχνητή νοημοσύνη για την επιλογή του κατάλληλου μέσου αναχαίτισης.
Ο ίδιος ο Μητσοτάκης επέμεινε στον αμυντικό χαρακτήρα του προγράμματος, υπογραμμίζοντας ότι σκοπός του είναι να θωρακίσει τους ελληνικούς ουρανούς όχι μόνο απέναντι στις σημερινές αλλά και στις μελλοντικές απειλές.
F-35, Rafale και Viper: Η νέα Πολεμική Αεροπορία
Ο δεύτερος μεγάλος πυλώνας είναι η Πολεμική Αεροπορία.
Η Ελλάδα έχει ήδη δρομολογήσει την απόκτηση 20 F-35A Lightning II, διατηρώντας δικαίωμα προμήθειας επιπλέον 20 αεροσκαφών. Το πρώτο ελληνικό F-35 προβλέπεται να παραδοθεί το 2028 στις ΗΠΑ.
Η πραγματική σημασία του προγράμματος, όμως, βρίσκεται στον συνδυασμό των νέων μαχητικών πέμπτης γενιάς με τα 24 Rafale και τον συνεχώς αυξανόμενο στόλο των F-16 Viper.
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει επίσης δρομολογήσει την αναβάθμιση των F-16 Block 50 σε επίπεδο Viper, με τον Νίκο Δένδια να έχει επισημάνει ότι, εφόσον ολοκληρωθούν οι σχετικοί σχεδιασμοί, η Ελλάδα θα διαθέτει πάνω από 100 F-16 Viper. Σε συνδυασμό με Rafale και F-35, η Πολεμική Αεροπορία φιλοδοξεί να συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες της Ευρώπης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά Μητσοτάκη στο ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35. Ο πρωθυπουργός απέφυγε να υποδείξει στην Ουάσιγκτον ποια πολιτική πρέπει να ακολουθήσει, εκτίμησε όμως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν «πολύ σημαντικά εμπόδια» για την απόκτηση F-35 από την Τουρκία, τα οποία δεν θεωρεί εύκολο να ξεπεραστούν.
Από τις Belharra στα drones
Η νέα ελληνική στρατηγική δεν περιορίζεται στον αέρα. Με τις φρεγάτες Belharra, τον εκσυγχρονισμό των ΜΕΚΟ, τα Rafale, τα F-16 Viper, τα F-35 και τη νέα πολυεπίπεδη αεράμυνα, επιχειρείται η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλέγματος αποτροπής.
Παράλληλα, η Αθήνα στρέφεται όλο και περισσότερο προς μη επανδρωμένα συστήματα, anti-drone τεχνολογίες, ηλεκτρονικό πόλεμο και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις. Η εμπειρία των πολέμων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έχει καταδείξει ότι ακόμη και πανάκριβα συμβατικά συστήματα μπορούν να απειληθούν από πολύ φθηνότερα drones και περιφερόμενα πυρομαχικά.
Γι’ αυτό και η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί απλώς αγορά νέων πυραύλων. Είναι προσπάθεια μετάβασης σε διαφορετική αρχιτεκτονική πολέμου, όπου αισθητήρες, μαχητικά, πλοία, αντιαεροπορικές συστοιχίες και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου θα ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.
Στην ομιλία του στη ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός έθεσε ως ορόσημο το 2030, όταν η Ελλάδα θα βρίσκεται στην τελική φάση ενός μεγάλου κύκλου αμυντικής ανανέωσης με Rafale, Belharra, F-35 και την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Το κρίσιμο στοίχημα πλέον είναι η ταχύτητα υλοποίησης. Γιατί σε μια περίοδο κατά την οποία οι στρατιωτικές τεχνολογίες μεταβάλλονται με πρωτοφανείς ρυθμούς και η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει γεωπολιτικά εύφλεκτη, η ελληνική αποτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αγορά οπλικών συστημάτων, αλλά στην ικανότητα να τα συνδέσει σε ένα ενιαίο, σύγχρονο και αποτελεσματικό δίκτυο μάχης.