Καταγγελίες κατά της κρατικής κινεζικής COSCO SHIPPINGδιατυπώνουν δύο ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι εμπορικά πλοία του ομίλου χρησιμοποιούνται για τη συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών υπέρ του Πεκίνου.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι σε πλοία της COSCO έχει εγκατασταθεί συγκαλυμμένος, εξελιγμένος εξοπλισμός συλλογής πληροφοριών σημάτων (SIGINT), ο οποίος δεν αποτελεί μέρος των συνήθων συστημάτων επικοινωνίας ενός εμπορικού πλοίου.
Κατά την αμερικανική εκδοχή, ο εξοπλισμός επιτρέπει την καταγραφή σημάτων από πλοία και αεροσκάφη που κινούνται κοντά στις ακτές των ΗΠΑ, αλλά και σε περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας. Το ενδιαφέρον φέρεται να επικεντρώνεται στις στρατιωτικές επικοινωνίες, στις εξελίξεις των τεχνολογιών κρυπτογράφησης, καθώς και στην παρακολούθηση κρίσιμων θαλάσσιων οδών που χρησιμοποιούνται τόσο για το εμπόριο όσο και για στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Οι δύο αξιωματούχοι, οι οποίοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, ισχυρίζονται ακόμη ότι η συνεργασία της COSCO με τον κινεζικό κρατικό μηχανισμό πληροφοριών έχει βάθος δεκαετιών. Υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία που συλλέγονται μπορούν να χρησιμοποιηθούν για θαλάσσια αναγνώριση, έγκαιρη προειδοποίηση σχετικά με κινήσεις ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και ενίσχυση της κινεζικής θέσης σε περιοχές όπου υπάρχουν εδαφικές ή θαλάσσιες διαφορές.
Ωστόσο, οι αμερικανικές καταγγελίες δεν συνοδεύονται μέχρι στιγμής από δημοσιοποιημένα τεχνικά στοιχεία. Οι αξιωματούχοι δεν κατονόμασαν συγκεκριμένα πλοία, δεν αποκάλυψαν τον τύπο ή τον κατασκευαστή του φερόμενου εξοπλισμού και δεν προσδιόρισαν σε ποια ταξίδια ή λιμάνια πραγματοποιήθηκε η υποτιθέμενη συλλογή πληροφοριών.
Συνεπώς, η υπόθεση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρή αμερικανική αξιολόγηση ασφαλείας και όχι ως αποδεδειγμένη κατασκοπευτική δραστηριότητα.
Η COSCO δεν απάντησε στο αίτημα του Reuters για σχόλιο. Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, αντιθέτως, απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντας «εντελώς αβάσιμη» την αμερικανική εκδοχή.
Οι νέες καταγγελίες δεν εμφανίζονται σε γεωπολιτικό κενό. Τον Ιανουάριο του 2025 το αμερικανικό Πεντάγωνο συμπεριέλαβε την COSCO στη λίστα του άρθρου 1260H με τις εταιρείες που, κατά την Ουάσιγκτον, συνδέονται με τον κινεζικό στρατιωτικό μηχανισμό.
Η ένταξη δεν ισοδυναμεί με πλήρεις οικονομικές κυρώσεις, επιφέρει όμως περιορισμούς στις αμερικανικές κρατικές προμήθειες και δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη φήμη και τις διεθνείς συνεργασίες μιας εταιρείας.
Στην επικαιροποιημένη τεκμηρίωση του Ιουνίου, το Πεντάγωνο υποστηρίζει ότι η COSCO ελέγχεται άμεσα από την κινεζική κρατική επιτροπή SASAC, ενεργεί επισήμως για λογαριασμό του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού και αποτελεί μέρος της κινεζικής στρατηγικής «στρατιωτικο-πολιτικής σύντηξης».
Οι διαπιστώσεις αυτές, πάντως, δεν αποδεικνύουν από μόνες τους τη συγκεκριμένη καταγγελία περί κρυφού εξοπλισμού στα εμπορικά πλοία.
Η υπόθεση, όμως, αναμένεται να αναζωπυρώσει τη γεωπολιτική συζήτηση γύρω από την παρουσία κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων σε στρατηγικές ευρωπαϊκές λιμενικές υποδομές, συμφώνα με το
Ο Πειραιάς αποτελεί βασική πύλη εισόδου ασιατικών φορτίων στην Ευρώπη και βρίσκεται σε περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η χρονική στιγμή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ προγραμματίζουν συνάντηση στην Ουάσιγκτον εντός του Σεπτεμβρίου, με την ασφάλεια, το εμπόριο και τις κινεζικές δραστηριότητες στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα.
Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση είχε δρομολογήσει την επιβολή λιμενικών τελών σε κινεζικές ναυτιλιακές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η COSCO. Τα μέτρα ανεστάλησαν επίσημα από τις 10 Νοεμβρίου 2025 για έναν χρόνο στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ–Κίνας.