Τρία χρόνια μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου στο νότιο Ισραήλ, και ενώ συνεχίζονται οι επιχειρήσεις εντοπισμού και εξόντωσης όσων θεωρούνται υπεύθυνοι, ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών του Ισραήλ, υποστράτηγος Σλόμι Μπίντερ, δήλωσε το βράδυ της Κυριακής σε συνεδρίαση του ισραηλινού Συμβουλίου Ασφαλείας ότι οι περισσότεροι από τους Παλαιστίνιους που πέρασαν τότε στο ισραηλινό έδαφος έχουν σκοτωθεί.
«Από τους 6.000 που πέρασαν τον φράχτη, οι 4.000 έχουν σκοτωθεί», φέρεται να είπε ο Μπίντερ και πρόσθεσε: «Απομένουν 2.000, θα τους βρούμε όλους».
Η δήλωσή του έγινε απαντώντας στον υπουργό Πολιτιστικής Κληρονομιάς Αμιχάι Ελιγιάου, ο οποίος ρώτησε πόσοι από όσους είχαν εισέλθει στο Ισραήλ κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου παραμένουν ζωντανοί.
Κατά την ενημέρωση που έγινε στους υπουργούς το βράδυ της Κυριακής, στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών ανέφεραν, σύμφωνα με το Ynet, ότι το τελευταίο διάστημα διαπιστώνεται αυξημένη προετοιμασία της Χαμάς για ενδεχόμενη επανέναρξη των συγκρούσεων στη Γάζα.
Ο επικεφαλής της Σιν Μπετ, Νταβίντ Ζίνι, φέρεται επίσης να ενημέρωσε τους υπουργούς ότι η Χαμάς σχεδιάζει είτε επίθεση είτε τοπική επιχείρηση απαγωγής κοντά στην περίοδο των εκλογών ή αμέσως μετά.
Σύμφωνα με την ισραηλινή εκτίμηση, η Χαμάς επιχειρεί να κερδίσει χρόνο ώστε να στρατολογήσει νέο προσωπικό και να αποθηκεύσει όπλα, μεταξύ άλλων μεταφέροντας οπλισμό σε κατοικημένες περιοχές. Η εκτίμηση που παρουσιάστηκε είναι ότι η οργάνωση θεωρεί πως μέχρι τις εκλογές στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες τα περιθώρια κινήσεων του Τελ Αβίβ είναι περιορισμένα και δεν θα υπάρξει εύκολα πολιτική έγκριση για μια νέα μεγάλης κλίμακας επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας.
Παράλληλα, οι υπουργοί ενημερώθηκαν και για το ενδεχόμενο μιας πολυμέτωπης κρίσης.
Η Χαμάς εξακολουθεί να διαθέτει δεκάδες χιλιάδες μαχητές, όπως εκτιμούν στο Ισραήλ
Ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς εξακολουθεί να διαθέτει δεκάδες χιλιάδες μαχητές, αριθμός που, όπως υποστηρίζουν, δεν είναι δραματικά μικρότερος σε σχέση με την περίοδο πριν από την 7η Οκτωβρίου.
Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η Χαμάς εξακολουθεί να διατηρεί διοικητική παρουσία στη Γάζα, κάτι που της επιτρέπει να στρατολογεί νέους ανθρώπους και να αξιοποιεί μια σταθερή δεξαμενή υποψήφιων μαχητών. Παράλληλα, σύμφωνα με τους αξιωματούχους, η οργάνωση προσφέρει μισθούς σημαντικά υψηλότερους από αυτούς που μπορούν να βρουν πολλοί νεαροί Παλαιστίνιοι σε άλλες δραστηριότητες.
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν, πάντως, ότι οι δυνάμεις της Χαμάς σήμερα είναι πολύ λιγότερο έμπειρες και χειρότερα εκπαιδευμένες, ενώ οι δυνατότητές της σε οπλισμό και στρατιωτικές υποδομές έχουν περιοριστεί αισθητά σε σχέση με την περίοδο πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου.
Η πτώση του επιπέδου εκπαίδευσης αποδίδεται και στην αδυναμία της οργάνωσης να πραγματοποιεί συστηματικές ασκήσεις πεδίου χωρίς τον κίνδυνο εντοπισμού και ισραηλινών πληγμάτων.
Παράλληλα, η Χαμάς φέρεται να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα διοίκησης και ελέγχου μετά τις βαριές απώλειες στην ηγεσία της. Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους, στελέχη που προάγονται σε θέσεις ευθύνης συχνά σκοτώνονται και αντικαθίστανται σε σύντομο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα κάθε νέος αντικαταστάτης να διαθέτει συνήθως λιγότερη εμπειρία και μικρότερη επιρροή.
Η Χαμάς επιδιώκει ένα «μοντέλο Λιβάνου» στη Γάζα
Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι ανέλυσαν τη σημερινή κατάσταση της Χαμάς σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την 7η Οκτωβρίου σε τρεις βασικούς άξονες: την απομόνωσή της από την Αίγυπτο, την απώλεια εδαφικού ελέγχου και τις πυραυλικές της δυνατότητες.
Πρώτον, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η Χαμάς έχει αποκοπεί σε μεγάλο βαθμό από την Αίγυπτο, οι δυνατότητες λαθρεμπορίου έχουν περιοριστεί και το πέρασμα της Ράφα βρίσκεται υπό πλήρη ισραηλινό έλεγχο. Αυτό περιγράφεται ως ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα της οργάνωσης να ανασυγκροτήσει τη στρατιωτική της ισχύ. Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι σημερινές μεταφορές υλικών αφορούν κυρίως προϊόντα διπλής χρήσης που εισέρχονται μαζί με την ανθρωπιστική βοήθεια και όχι στο επίπεδο που καταγραφόταν πριν από τον πόλεμο.
Δεύτερον, η Χαμάς έχει χάσει σημαντικό μέρος της εδαφικής της επιρροής, καθώς, σύμφωνα με την ισραηλινή εκτίμηση, περισσότερο από το 60% της Λωρίδας της Γάζας ελέγχεται από το Ισραήλ. Οι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι υπό αυτές τις συνθήκες η Χαμάς έχει χάσει τη δυνατότητα να εξαπολύσει ξανά μεγάλης κλίμακας εισβολή στο νότιο Ισραήλ, ενώ σημαντικό μέρος των αγροτικών εκτάσεων της Γάζας έχει καταστραφεί και ολόκληρες πόλεις και χωριά έχουν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Κατά την εκτίμησή τους, ακόμη και αν το Ισραήλ αποχωρήσει, η ανοικοδόμηση θα χρειαστεί δεκαετίες, τόσο για τις κατεστραμμένες αστικές περιοχές όσο και για στρατιωτικές υποδομές, όπως σήραγγες και άλλες εγκαταστάσεις.
Τρίτος άξονας είναι οι πυραυλικές δυνατότητες της Χαμάς. Σύμφωνα με τις ισραηλινές εκτιμήσεις, εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά σε αισθητά πιο περιορισμένη μορφή, ενώ η οργάνωση διατηρεί ορισμένα αποθέματα για μελλοντική χρήση.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο αφοπλισμού, Ισραηλινοί αξιωματούχοι θεωρούν πιθανό η Χαμάς να επιχειρήσει να παραπλανήσει τους ελεγκτές, παραδίδοντας μέρος του οπλισμού της και υποστηρίζοντας ότι έχει παραδώσει το σύνολο.
Το Ισραήλ εκτιμά επίσης ότι η Χαμάς επιδιώκει ένα μοντέλο που θα θυμίζει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο: να μεταφέρει την επίσημη ευθύνη για τη διαχείριση της καθημερινής ζωής στη Γάζα σε μια εθνική επιτροπή, αλλά να διατηρήσει σημαντική επιρροή πάνω της μέσω στελεχών και προσώπων που θα παραμείνουν σε διοικητικές δομές.
Με αυτό το μοντέλο, εκτιμούν Ισραηλινοί αξιωματούχοι, η Χαμάς θα μπορούσε να διατηρήσει ουσιαστικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή χωρίς να φέρει επισήμως την ευθύνη διακυβέρνησης, διοχετεύοντας παράλληλα πόρους στην ανασυγκρότηση της στρατιωτικής της ισχύος.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν και τις προσπάθειες της Χαμάς να συγκροτήσει πολιτικό μέτωπο εναντίον του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, μαζί με άλλες παλαιστινιακές οργανώσεις και το στρατόπεδο του πρώην ισχυρού άνδρα της Γάζας και αντιπάλου του Αμπάς, Μοχάμεντ Νταχλάν.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι ο Νταχλάν είδε μετά την 7η Οκτωβρίου μια ευκαιρία να επιστρέψει στο επίκεντρο της παλαιστινιακής πολιτικής, ενόψει των ανακατατάξεων που αναμένονται. Κατά την εκτίμησή τους, είχε ουσιαστικά τρεις επιλογές: να προσεγγίσει τη Χαμάς αξιοποιώντας τις σχέσεις του στη Γάζα, να θεωρήσει ότι η οργάνωση δεν θα επιβιώσει από τον πόλεμο και να πλησιάσει το Ισραήλ ή να επιχειρήσει συμφιλίωση με τον Αμπάς και επιστροφή στη Φατάχ ενόψει της μάχης διαδοχής.
Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι τελικά επέλεξε τη συνεργασία με τη Χαμάς, θεωρώντας ότι η οργάνωση θα παραμείνει σημαντικός παράγοντας στην παλαιστινιακή πολιτική.
Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του σχεδίου του Ντόναλντ Τραμπ για την ανοικοδόμηση της Γάζας και την προσπάθεια αφοπλισμού της Χαμάς, ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης του Ισραήλ.
Αυτό που εκτιμούν είναι ότι μια δεξιά κυβέρνηση θα μπορούσε αργά ή γρήγορα να οδηγήσει σε νέο γύρο συγκρούσεων με τη Χαμάς, ενώ μια διαφορετικής κατεύθυνσης κυβέρνηση θα μπορούσε να επιλέξει κάποια μορφή συμφωνίας. Ακόμη και σε ένα τέτοιο σενάριο, όμως, θεωρούν ότι η Χαμάς θα επιχειρούσε να διατηρήσει επιρροή στην πολιτική διοίκηση και να παραδώσει μόνο μέρος του οπλισμού της.
Το πλήγμα στη Χεζμπολάχ μέσω της Συρίας
Σε ό,τι αφορά τη Χεζμπολάχ, ανώτεροι Ισραηλινοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η ισχύς της σήμερα απέχει σημαντικά από εκείνη που διέθετε πριν από την 7η Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με την έκθεση που παρουσιάστηκε, η οργάνωση έχει χάσει περίπου το 80% του πυραυλικού της δυναμικού, ενώ η δομή διοίκησής της έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα.
Από τα περίπου 20 ανώτερα στελέχη που, σύμφωνα με τους Ισραηλινούς αξιωματούχους, συγκροτούσαν το λεγόμενο «γενικό επιτελείο» της Χεζμπολάχ, φέρεται να έχει απομείνει μόνο ο σημερινός στρατιωτικός διοικητής.
Σημαντικές απώλειες έχουν υποστεί και οι επίλεκτες δυνάμεις της οργάνωσης, ιδίως η δύναμη Ραντβάν, η οποία είχε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις με τον ισραηλινό στρατό.
Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι επισημαίνουν επίσης αλλαγή στην πολιτική θέση της Χεζμπολάχ εντός του Λιβάνου. Σύμφωνα με τους ίδιους, στο παρελθόν θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς λιβανική κυβέρνηση και κρατικούς αξιωματούχους να υιοθετούν αποφάσεις που ζητούν τον περιορισμό της στρατιωτικής και ασφαλιστικής δραστηριότητας της οργάνωσης και την παράδοση του οπλισμού της στο κράτος.
Παρότι, όπως αναγνωρίζουν, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε τέτοιες αποφάσεις και στην εφαρμογή τους στην πράξη, θεωρούν ότι και μόνο η υιοθέτησή τους αντικατοπτρίζει αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων.
Στην αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ προστίθεται, κατά την ισραηλινή εκτίμηση, και το πλήγμα στο στρατηγικό της βάθος μετά την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η οργάνωση έχασε έτσι την εδαφική συνέχεια που επί χρόνια λειτουργούσε ως βασικός διάδρομος μεταφοράς όπλων από το Ιράν, ενώ επηρεάστηκαν και οι γραμμές ανεφοδιασμού της.
Η διαμάχη για την ταινία «NAZA»
Στη συνεδρίαση οι υπουργοί συζήτησαν και τον αντίκτυπο στην κοινή γνώμη από την ταινία «NAZA», η οποία παρουσιάζει μαρτυρίες που αποδίδονται σε στρατιώτες της επίλεκτης μονάδας πληροφοριών 8200 του ισραηλινού στρατού.
Οι στρατιώτες που εμφανίζονται στην ταινία φέρονται να υποστηρίζουν ότι συμμετείχαν σε «εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία» και να περιγράφουν πολιτικές σχετικά με παράπλευρες απώλειες, βομβαρδισμούς και στοχευμένες δολοφονίες.
Στη συνεδρίαση, ο αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, δήλωσε ότι ο στρατός δεν έχει ακόμη αποκτήσει το υλικό της ταινίας. Η τοποθέτηση έγινε όταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιαρίβ Λεβίν ρώτησε αν έχει ξεκινήσει έρευνα για την ταυτότητα των στρατιωτών που συμμετείχαν.
«Δεν το έχουμε δει ακόμη. Εξετάζουμε ακόμη τα νομικά εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας, εντός των υφιστάμενων περιορισμών», απάντησε ο Ζαμίρ.
Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου παρενέβη λέγοντας: «Πρέπει να γίνει έρευνα. Αν δεν ξέρετε ποιον να ερευνήσετε, ερευνήστε για να το διαπιστώσετε».
Ο Λεβίν υποστήριξε ότι «δεν έχει σημασία αν έχετε δει την ταινία ή όχι. Πρόκειται για τεράστια ζημιά», ενώ η υπουργός Μεταφορών Μίρι Ρεγκέβ δήλωσε ότι ο στρατός οφείλει να εξετάσει εάν πράγματι υπάρχουν στρατιώτες που μίλησαν με αυτόν τον τρόπο εναντίον του ισραηλινού στρατού.