Μια νέα σελίδα για την ελληνική αμυντική βιομηχανία επιχειρεί να ανοίξει στη Θεσσαλονίκη, καθώς η γερμανική εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας STARK Defence επεκτείνει σημαντικά την παρουσία της στην Ελλάδα, δημιουργώντας παραγωγική μονάδα μη επανδρωμένων συστημάτων με προσανατολισμό όχι μόνο στις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, αλλά και σε χώρες του ΝΑΤΟ.
Η επένδυση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα drones έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στον σύγχρονο πόλεμο και οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να αυξήσουν τις δικές τους παραγωγικές δυνατότητες. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς συμπίπτει με την προσπάθεια των Ενόπλων Δυνάμεων να δημιουργήσουν εγχώριες γραμμές παραγωγής μη επανδρωμένων συστημάτων.
Excellence Hub 2.000 τετραγωνικών μέτρων
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η επένδυση της STARK στη Θεσσαλονίκη ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός πλήρως εξοπλισμένου Excellence Hub περίπου 2.000 τετραγωνικών μέτρων.
Στις εγκαταστάσεις θα συγκεντρώνονται διαφορετικά στάδια της παραγωγικής αλυσίδας: από την έρευνα και ανάπτυξη και την κατασκευή πρωτοτύπων μέχρι την ολοκλήρωση συστημάτων, τη συναρμολόγηση και την τελική παραγωγή. Μάλιστα, η παραγωγή έχει ήδη αρχίσει σε περιορισμένη κλίμακα, ενώ στόχος είναι η μονάδα να φτάσει σε πλήρη παραγωγική δυναμικότητα μέσα στον επόμενο χρόνο.
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο εξαγωγικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Μέρος των συστημάτων που θα παράγονται στη Θεσσαλονίκη προορίζεται για την ελληνική αγορά, ενώ η παραγωγή θα μπορεί να κατευθύνεται και προς συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Η Θεσσαλονίκη εντάσσεται έτσι στο ευρύτερο ευρωπαϊκό παραγωγικό δίκτυο της STARK, η οποία έχει παρουσία σε Γερμανία, Ουκρανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα και Σουηδία. Η ίδια η εταιρεία είχε ανακοινώσει ήδη από τον Φεβρουάριο του 2026 την επέκτασή της στην Ελλάδα.
Έως 200 εργαζόμενοι – Στόχος και το «brain gain»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το σκέλος των θέσεων εργασίας. Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι η ελληνική ομάδα μπορεί να φτάσει τους 100 έως 200 εργαζομένους μέχρι το 2028.
Πρόκειται κυρίως για προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης: μηχανικούς αεροδιαστημικής, μηχανολόγους, ειδικούς ηλεκτρονικών συστημάτων και τεχνικούς παραγωγής και συναρμολόγησης. Παράλληλα, η εταιρεία επιδιώκει να προσελκύσει Έλληνες μηχανικούς που σήμερα εργάζονται στο εξωτερικό, δημιουργώντας προϋποθέσεις επιστροφής εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού στη χώρα.
Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ελληνικής παρουσίας της STARK έχει διαδραματίσει η GEP Unmanned, η εταιρεία της Βόρειας Ελλάδας που δραστηριοποιείται στον χώρο των UAV. Η συνεργασία αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε η ελληνική ομάδα του γερμανικού ομίλου.
Η Ελλάδα δημιουργεί παράλληλα δικές της γραμμές παραγωγής
Η ιδιωτική επένδυση στη Θεσσαλονίκη συμπίπτει με την προσπάθεια του υπουργείου Εθνικής Άμυνας να ενισχύσει δραστικά τις εγχώριες δυνατότητες παραγωγής drones.
Ήδη λειτουργούν παραγωγικές υποδομές στο 306 Εργοστάσιο Βάσης στις Αχαρνές και στο 316 Συνεργείο Περιοχής Τεχνικού στην Ξάνθη, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η δημιουργία του 309 Εργοστασίου Κατασκευής Συστημάτων Μη Επανδρωμένων Μέσων στη Μαλακάσα.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας ανέφερε ότι οι δύο υφιστάμενες μονάδες έχουν δώσει στις Ένοπλες Δυνάμεις τη δυνατότητα παραγωγής περίπου 5.000 drones ετησίως. Με την ολοκλήρωση του νέου εργοστασίου στη Μαλακάσα, η παραγωγική δυνατότητα προβλέπεται να ανέλθει έως τις 15.000 μονάδες τον χρόνο. Οι αριθμοί αυτοί, σύμφωνα με τον υπουργό, αφορούν μόνο την παραγωγή των ίδιων των Ενόπλων Δυνάμεων και όχι τις δυνατότητες της ιδιωτικής αμυντικής βιομηχανίας.
Παράλληλα αναπτύσσονται κινητές μονάδες, ώστε στρατιωτικοί σχηματισμοί να μπορούν μελλοντικά να κατασκευάζουν, επισκευάζουν και δοκιμάζουν drones κοντά στο πεδίο επιχειρήσεων, μειώνοντας την εξάρτηση από σταθερές εγκαταστάσεις και εξωτερικούς προμηθευτές.
Ένας νέος αμυντικός βιομηχανικός χάρτης
Η εγκατάσταση της STARK στη Θεσσαλονίκη αποκτά επομένως μεγαλύτερη σημασία εάν ενταχθεί στο συνολικό παζλ. Από τη μία πλευρά, οι Ένοπλες Δυνάμεις αναπτύσσουν δικές τους παραγωγικές δυνατότητες. Από την άλλη, ιδιωτικές ελληνικές και διεθνείς εταιρείες δημιουργούν τεχνογνωσία και παραγωγική βάση μέσα στη χώρα.
Ταυτόχρονα, τα ελληνικά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης επεκτείνονται πέρα από τα απλά UAV, σε περιπλανώμενα πυρομαχικά, interceptor drones, anti-drone τεχνολογίες, μη επανδρωμένα οχήματα εδάφους και υποθαλάσσια συστήματα.
Το στοίχημα πλέον είναι η παραγωγική αυτή κινητικότητα να αποκτήσει διάρκεια και ουσιαστική ελληνική προστιθέμενη αξία. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να αποτελέσει έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα που μετακινεί σταδιακά την Ελλάδα από τη θέση του απλού αγοραστή αμυντικού υλικού προς την ανάπτυξη, παραγωγή και εξαγωγή προηγμένων αμυντικών τεχνολογιών.
Σε έναν τομέα που μεταβάλλεται με εντυπωσιακή ταχύτητα, η δυνατότητα ανάπτυξης και μαζικής παραγωγής μη επανδρωμένων συστημάτων εντός της χώρας αποκτά πλέον όχι μόνο οικονομική και τεχνολογική, αλλά και στρατηγική σημασία για την ελληνική άμυνα.