Η χρήση από τουρκικής πλευράς επιθέσεων κορεσμού με επιθετικά drones και βαλλιστικούς πυραύλους, θεωρείται από την Άγκυρα ως συνταγή νίκης, και αυτό ακριβώς διαφημίζουν πολλοί Τούρκοι απόστρατοι Αξιωματικοί και ειδικοί στα τηλεοπτικά πάνελ εδώ και μεγάλο διάστημα.
Οι Τούρκοι θεωρούν πως τα περισσότερα και πιο ισχυρά τουρκικά drones, εφοδιασμένα με πυραύλους και μικρές βόμβες, σε συνδυασμό με βαλλιστικούς πυραύλους τύπου ATMACA, TAYFUN,κά, θα δημιουργήσουν τον πυρήνα της προσπάθειας της Τουρκίας για τη δημιουργία ενός πλέγματος άρνησης πρόσβασης και περιοχής (A2/AD) στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
TAYFUN: Πρόκειται για τον πρώτο εγχώριο βαλλιστικό πύραυλο μικρού/μεσαίου βεληνεκώς (SRBM/MRBM) της εταιρείας Roketsan. Διαθέτει εκτιμώμενο βεληνεκές από 500 έως και 2.500+ χλμ. (ανάλογα με την έκδοση Block), και έχει σχεδιαστεί για στρατηγικά πλήγματα σε σταθερούς στόχους υψηλής αξίας στην ενδοχώρα (διοικητικά κέντρα, αεροδρόμια, ραντάρ).
ATMACA: Είναι ένας πύραυλος Cruise κατά πλοίων (Anti-ship) και επίγειων στόχων (έκδοση Kara ATMACA) με βεληνεκές περίπου 220+ χλμ. Πετά σε εξαιρετικά χαμηλό υψόμετρο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας (sea-skimming) για να αποφεύγει τα εχθρικά ραντάρ.
Οι Τούρκοι εξοπλίζουν αεροπορική βάση με στόχο το Καστελόριζο
Η ταυτόχρονη χρήση τους δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο σενάριο αναχαίτισης για οποιοδήποτε σύστημα αεράμυνας ενώ οι ίδιοι προορίζονται για πλήγματα κορεσμού.
Μια συντονισμένη επίθεση αναγκάζει την εχθρική αεράμυνα να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα απειλές που έρχονται από την ανώτερη ατμόσφαιρα με τεράστια ταχύτητα (TAYFUN) και απειλές που προσεγγίζουν "χαμηλά" από την θάλασσα ή το ανάγλυφο του εδάφους (ATMACA).
Ποια θα είναι η ελληνική αντίδραση στα τουρκικά σχέδια σε κάθε σενάριο πολεμικής κρίσης
Η καλύτερη άμυνα απέναντι σε μια πιθανή τουρκική επίθεση κορεσμού, θα είναι η καταστροφή των πλατφορμών εκτόξευσης (αεροδρόμια, drones στον διάδρομο, παράκτιες συστοιχίες, εχθρικά πλοία) πριν προλάβουν να απελευθερώσουν τα βλήματά τους.
Τα ελληνικά Rafale F3R/F4 διαθέτουν το ιδανικό οπλοστάσιο γι' αυτόν τον σκοπό.
Ο πύραυλος cruise SCALP EG έχει εμβέλεια που ξεπερνά τα 500 χιλιόμετρα. Τα Rafale μπορούν να απογειωθούν από την Κρήτη ή την Τανάγρα και, χωρίς να εισέλθουν καν στο βεληνεκές της τουρκικής αεράμυνας, να πλήξουν αεροπορικές βάσεις βαθιά στην Ανατολία, καταστρέφοντας τα βαρέα επιθετικά drones (Akinci, Aksungur) ή τα αεροσκάφη που μεταφέρουν τους πυραύλους Çakır πάνω στους διαδρόμους απογείωσης.
Για τα εχθρικά πλοία ή τα μεγάλα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USVs) που μεταφέρουν Atmaca ή Çakır, τα ελληνικά Rafale θα φέρουν τον πύραυλο Exocet AM39.
Με εμβέλεια περίπου 70 χλμ. και δυνατότητα άφεσης από χαμηλό υψόμετρο, το Rafale μπορεί να εξαπολύσει τον πύραυλο Exocet χρησιμοποιώντας την κάλυψη του ανάγλυφου του Αιγαίου, καταστρέφοντας το εχθρικό πλοίο-φορέα.
Τα ελληνικά Rafale διαθέτουν το πανίσχυρο ραντάρ AESA RBE2, το οποίο μπορεί να εντοπίσει μικρά drones στον αέρα ή κινούμενες παράκτιες συστοιχίες (εκτοξευτές ξηράς) σε μεγάλες αποστάσεις.
Επιπλέον, το σύστημα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου SPECTRA επιτρέπει στο Rafale να προσεγγίζει τις περιοχές ενδιαφέροντος χωρίς να γίνεται εύκολα αντιληπτό, εξουδετερώνοντας ραντάρ αεράμυνας.
Αν τα τουρκικά drones (όπως το Akinci) βρεθούν στον αέρα για να εκτοξεύσουν Çakır, αποτελούν εύκολους στόχους για τα Rafale.
Ο πύραυλος αέρος-αέρος Meteor έχει ακτίνα δράσης άνω των 100-150 χλμ. και τεράστια "ζώνη μη διαφυγής" (No-Escape Zone). Τα Rafale μπορούν να καταρρίψουν τα drones-φορείς πολύ πριν αυτά πλησιάσουν στο Αιγαίο για να αφήσουν τα βλήματά τους.
Υποβρύχια κατά τουρκικών υποβρυχίων drones
Η αναμέτρηση μεταξύ των ελληνικών υποβρυχίων Type 214 (κλάση «Παπανικολής») και των τουρκικών μη επανδρωμένων υποβρύχιων οχημάτων (UUVs) αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα σενάρια του σύγχρονου υποβρύχιου πολέμου στο Αιγαίο.
Τα Type 214 είναι επανδρωμένα υποβρύχια στρατηγικής κρούσης, ενώ τα UUVs αποτελούν αναλώσιμα ή επαναχρησιμοποιούμενα εργαλεία συλλογής πληροφοριών, ναρκοθέτησης ή προσβολής αυτοκτονίας (kamikaze).
Τα ελληνικά υποβρύχια Type 214 διαθέτουν συγκεκριμένα τεχνικά χαρακτηριστικά που τους επιτρέπουν να επιχειρούν αποτελεσματικά σε περιβάλλον που προστατεύεται ή επιτηρείται από εχθρικά UUVs.
Χάρη στο σύστημα Ανεξάρτητης από τον Αέρα Πρόωσης (AIP) με κυψέλες καυσίμου, τα Type 214 μπορούν να παραμείνουν σε κατάδυση για εβδομάδες χωρίς να αναδύουν αναπνευστήρα (snorkel).
Παράγουν ελάχιστο ακουστικό θόρυβο, με αποτέλεσμα τα παθητικά σόναρ των UUVs να δυσκολεύονται εξαιρετικά να τα εντοπίσουν.
Το ολοκληρωμένο σύστημα σόναρ των Type 214 περιλαμβάνει σόναρ κυλινδρικής διάταξης, πλευρικής διάταξης (flank array) και συρόμενο σόναρ (towed array).
Αυτό επιτρέπει τη λήψη και ανάλυση ακόμη και των πιο ασθενών ακουστικών συχνοτήτων που εκπέμπουν οι ηλεκτρικοί κινητήρες ή οι προπέλες των UUVs.
Τα ελληνικά πληρώματα γνωρίζουν άριστα τα θερμοκλινή (στρώματα νερού με διαφορετική θερμοκρασία και αλατότητα) του Αιγαίου. Μπορούν να «κρύβονται» κάτω από αυτά, καθιστώντας τον εντοπισμό τους από τις ενεργές εκπομπές σόναρ των εχθρικών UUVs σχεδόν αδύνατο.
Πώς ένα Type 214 Εξουδετερώνει ή Αντιμετωπίζει τα UUVs
Η αντιμετώπιση των UUVs από ένα κλασικό υποβρύχιο δεν γίνεται πάντα με τη χρήση ακριβών τορπιλών, αλλά με συνδυασμό τακτικών:
Τα UUVs έχουν περιορισμένη ταχύτητα (συνήθως 3-6 κόμβους για εξοικονόμηση ενέργειας) και περιορισμένη εμβέλεια αισθητήρων λόγω του μικρού τους μεγέθους. Ένα Type 214 μπορεί απλώς να τα παρακάμψει ή να αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα, αφήνοντάς τα πίσω του χωρίς να αποκαλύψει τη θέση του.
Αν ένα UUV επιθετικού τύπου (kamikaze) εντοπίσει το υποβρύχιο και κινηθεί εναντίον του, το Type 214 εκτοξεύει ακουστικά αντίμετρα (ακουστικούς προσομοιωτές). Αυτά δημιουργούν ψεύτικα ίχνη θορύβου, παρασύροντας το UUV μακριά από το πραγματικό υποβρύχιο.
Από τη Ρώμη στο Αιγαίο: Οι δύο Bergamini που αλλάζουν τον ελληνικό Στόλο
Για μεγάλα τουρκικά UUVs (όπως αυτά που έχουν σχεδιαστεί για ανθυποβρυχιακό πόλεμο ή μεταφορά ναρκών), τα Type 214 μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις προηγμένες τηλεκατευθυνόμενες τορπίλες SeaHake.
Οι τορπίλες αυτές καθοδηγούνται μέσω οπτικής ίνας από το υποβρύχιο, επιτρέποντας την προσβολή του στόχου με απόλυτη ακρίβεια από μεγάλες αποστάσεις.
Τα Type 214 μπορούν να απελευθερώσουν επικοινωνιακές σημαδούρες για να στείλουν τις συντεταγμένες ενός εντοπισμένου εχθρικού UUV στα ελληνικά ανθυποβρυχιακά ελικόπτερα (MH-60R Romeo) ή σε πλοία επιφανείας, ώστε η εξουδετέρωση να γίνει από εκείνα χωρίς να ρισκάρει το ίδιο το υποβρύχιο.
Προκλήσεις και οι Περιορισμοί
Παρά την τεχνολογική υπεροχή του Type 214, η αντιμετώπιση των UUVs παρουσιάζει ασύμμετρες προκλήσεις.
Η χρήση μιας βαριάς τορπίλης αξίας εκατομμυρίων ευρώ για την καταστροφή ενός φθηνού, μη επανδρωμένου UUV μαζικής παραγωγής αποτελεί οικονομικά ασύμμετρη επιλογή.
Αν το Type 214 αναγκαστεί να εκπέμψει ενεργό σόναρ για να εντοπίσει ένα εντελώς αθόρυβο UUV, ή αν εκτοξεύσει όπλο, αποκαλύπτει αυτόματα την παρουσία του σε άλλα εχθρικά μέσα (όπως τουρκικά αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας ATR-72).
Τα UUVs που έχουν σχεδιαστεί για κρυφή ναρκοθέτηση σε στενά περάσματα του Αιγαίου αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Το Type 214 πρέπει να βασιστεί σε συστήματα αποφυγής ναρκών (Mine Avoidance Sonar) για να μην παγιδευτεί.
Τα ελληνικά υποβρύχια Type 214 διατηρούν το τακτικό πλεονέκτημα λόγω της απόλυτης σιωπής τους, η οποία τα καθιστά «αόρατα» για τα περισσότερα UUVs.
Ωστόσο, η κύρια αποστολή τους παραμένει η καταστροφή μεγάλων μονάδων επιφανείας και εχθρικών επανδρωμένων υποβρυχίων, αφήνοντας την εξουδετέρωση των μικρών UUVs κυρίως στα ανθυποβρυχιακά ελικόπτερα, τα drones και τα πλοία επιφανείας του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.