Η τελευταία απόπειρα επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας έχει αλλάξει τους όρους της αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία. Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό το Βερολίνο επιχειρεί να χαράξει μια νέα «κόκκινη γραμμή» απέναντι σε έναν «υβριδικό πόλεμο».
Όπως αποκαλύπτει ο Bloomberg, η Γερμανία προχωρά εσπευσμένα σε ένα σχέδιο μετατροπής των νοσοκομείων σε νοσοκομεία - καταφύγια, φοβούμενο ότι ένα ρωσικό χτύπημα μπορεί να μην απέχει τόσο πολύ.
Μοιάζουν με... κοινά νοσοκομεία
Με μια πρώτη ματιά, το νοσοκομείο στην πόλη Ουλμ της νοτιοδυτικής Γερμανίας μοιάζει σαν όλα τα υπόλοιπα. Ασθενείς περιμένουν σε χώρους υποδοχής μέχρι να τους καλέσουν, οι γιατροί περιφέρονται στους διαδρόμους κοιτάζοντας αναφορές ή τα τηλέφωνά τους.
Μόνο κάποιοι ένστολοι στρατιώτες, μεταξύ του προσωπικού, δημιουργούν υπόνοιες για «στρατιωτικούς δεσμούς». Και όμως, πολλά μέτρα κάτω από τους πολυσύχναστους θαλάμους του νοσοκομείου βρίσκεται ένα καταφύγιο της εποχής του «Ψυχρού Πολέμου» που ξαφνικά ήρθε ξανά στην επικαιρότητα.
Η υπόγεια ιατρική εγκατάσταση ολοκληρώθηκε το 1979 εν μέσω της αντιπαράθεσης μεταξύ Μόσχας και Δύσης. Σχεδιάστηκε για να επιτρέπει στους γιατρούς να συνεχίσουν να περιθάλπουν τραυματισμένους στρατιώτες σε περίπτωση πυρηνικής επίθεσης και μπορεί να φιλοξενήσει έως και 2.000 άτομα για 90 ημέρες. Για το μεγαλύτερο μέρος των τριών δεκαετιών, η δαιδαλώδης εγκατάσταση παρέμεινε αδρανής. Τώρα, ο γερμανικός στρατός εξετάζει το ενδεχόμενο αναβίωσής της.
Έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα
Σε ολόκληρη τη χώρα, οι κρατικοί φορείς καταγράφουν τα συστήματα υγείας και τις υποδομές της Γερμανίας για να διαπιστώσουν αν, και πώς, θα αντέξουν σε ένα σενάριο πολεμικής εμπλοκής. Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και έπειτα, η Γερμανία αντιμετωπίζει κατακόρυφη αύξηση των υβριδικών επιθέσεων.
Τον περασμένο μήνα σημειώθηκε απόπειρα πλήγματος σε αεροδρόμιο της Λειψίας με drone φορτωμένο εκρηκτικά, ενώ νοσοκομεία έχουν βρεθεί στο στόχαστρο κυβερνοεπιθέσεων.
Ο Γερμανός Υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, προειδοποίησε ότι η Ρωσία ενδέχεται να είναι σε θέση να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ έως το 2029. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Γερμανία θα υποχρεωθεί να συνδράμει στη συμμαχική άμυνα. Λόγω της κομβικής της θέσης στην καρδιά της Ευρώπης, η χώρα θα μετατραπεί πιθανότατα σε βασικό διακομιστικό κέντρο στρατευμάτων και σε κύριο προορισμό για τη νοσηλεία των τραυματιών.
Σε έκθεση που προσομοίωσε πιθανά σενάρια Ρωσικής εισβολής σε ΝΑΤΟϊκό έδαφος, η γερμανική ομοσπονδιακή στρατιωτική δύναμη (Bundeswehr) υπολόγισε ότι στη Γερμανία θα μπορούσαν να φτάνουν έως και 1.000 τραυματίες στρατιώτες την ημέρα.
Τα πέντε στρατιωτικά νοσοκομεία της χώρας θα γέμιζαν αμέσως. Καθώς ο νόμος επιβάλλει τη συνδρομή και των πολιτικών νοσοκομείων σε περίοδο πολέμου, το σύστημα υγείας θα δεχόταν πρωτοφανή πίεση και θα αναγκαζόταν να κάνει διαλογή ανάμεσα σε στρατιώτες και πολίτες.
Αυτό το ενδεχόμενο έστρεψε την προσοχή σε εγκαταστάσεις όπως αυτή στο Ουλμ, που αποτελεί σπάνιο παράδειγμα στρατιωτικού ιατρικού καταφυγίου σε τόσο καλή κατάσταση, ώστε να είναι δυνατή η επαναφορά του. Παρ' όλα αυτά, ο εκσυγχρονισμός των παλαιών συστημάτων εξαερισμού και ηλεκτροδότησης απαιτεί εκατομμύρια ευρώ. Ακόμη κι έτσι, το ποσό αυτό αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στις συνολικές ανάγκες.
«Είναι το σύστημα υγείας μας προετοιμασμένο για κάτι τέτοιο; Η μόνη απάντηση είναι: Όχι», δήλωσε ο Μπένεντικτ Φρίμερτ, αρχίατρος και διοικητής του Στρατιωτικού Νοσοκομείου στο Ουλμ. «Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένας μαραθώνιος».
Χωρίς επαρκή εμπειρία σε τραύματα πολέμου
Η ανεύρεση επαρκών νοσοκομειακών κλινών είναι μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Η γερμανική ηγεσία πρέπει παράλληλα να ενισχύσει τις αλυσίδες εφοδιασμού ιατρικού υλικού και να συντονίσει καλύτερα τα στρατιωτικά με τα πολιτικά νοσοκομεία. Η εκπαίδευση αποτελεί έναν ακόμη «πονοκέφαλο», καθώς εκτιμάται ότι μόλις λίγες εκατοντάδες γιατροί στη Γερμανία διαθέτουν εμπειρία σε τραύματα πολέμου. Για την ενίσχυση αυτών των αριθμών, η Bundeswehr και η Γερμανική Εταιρεία Τραυματολογίας (DGU) διοργανώνουν σεμινάρια για ιδιώτες χειρουργούς, με αντικείμενο τη διαχείριση περιστατικών με μάζα θυμάτων και πολεμικών τραυμάτων.
Όταν ξεκίνησε αυτή η συνεργασία το 2017, ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός, θυμάται ο Σάσα Φλοέ, γενικός γραμματέας της DGU. «Τότε πιστεύαμε ακόμα ότι ζούσαμε σε έναν ασφαλή κόσμο, με μόνη απειλή την ισλαμιστική τρομοκρατία», ανέφερε. «Κανείς δεν περίμενε ότι η κατάσταση ασφαλείας θα άλλαζε ριζικά ή ότι θα συζητούσαμε για σενάρια συλλογικής άμυνας».
Σήμερα η ζήτηση είναι τεράστια. Ορισμένες κρατιδιακές κυβερνήσεις κλείνουν ολόκληρες εβδομάδες μαθημάτων και οι θέσεις είναι πλέον δυσεύρετες. Τα πιο εξειδικευμένα προγράμματα, στα οποία χρησιμοποιούνται ανθρώπινα πτώματα και αναισθητοποιημένοι χοίροι, μπορούν να εκπαιδεύσουν μόλις 50 έως 100 χειρουργούς τον χρόνο.
Σε περίπτωση πολέμου, οι υγειονομικές δυνάμεις της Bundeswehr θα παρέχουν τις πρώτες βοήθειες στους τραυματίες στην πρώτη γραμμή, πριν τους μεταφέρουν στη Γερμανία, όπου οι τοπικές αρχές θα τους διοχετεύουν στα πολιτικά νοσοκομεία. Η στρατηγική αυτή δοκιμάστηκε τον Μάρτιο, όταν ο στρατός πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη υγειονομική άσκηση των τελευταίων δεκαετιών, προσομοιώνοντας μια επίθεση στη Λιθουανία και μεταφέροντας τραυματίες σε νοσοκομεία του Βερολίνου και του Βρανδεμβούργου. Η άσκηση εξελίχθηκε ομαλά, σύμφωνα με τον Φλοέ, όμως χρειάζεται περισσότερη εξάσκηση για να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός συντονισμός των δύο συστημάτων σε μια πραγματική κρίση.
Ψηφιακή πλατφόρμα καταγραφής κλινών
Τρεις νεκροί σε συντριβή ιδιωτικού αεροσκάφους στη Γερμανία
Ο Νόμος για την Υγειονομική Ασφάλεια, που αναμενόταν να κατατεθεί στη Βουλή το φθινόπωρο, στοχεύει ακριβώς εκεί: στη δημιουργία μιας ψηφιακής πλατφόρμας που θα αποτυπώνει σε πραγματικό χρόνο τις διαθέσιμες κλίνες, τα φάρμακα και το προσωπικό με εξειδίκευση σε πολεμικές συνθήκες. Προς το παρόν, όμως, οι ενέργειες παραμένουν αποσπασματικές. Έτσι, είναι δύσκολο να καταγραφεί πού υπάρχουν διαθέσιμοι ειδικοί ή αν έχουν προσμετρηθεί σωστά οι γιατροί και οι νοσηλευτές που προσφέρουν εθελοντικά τις υπηρεσίες τους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις ή υπηρετούν ως έφεδροι.
«Αυτή τη στιγμή τα νοσοκομεία λειτουργούν σαν απομονωμένα νησιά», δήλωσε η Μαρία-Λένα Βάις, βουλευτής της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) και μέλος της επιτροπής υγείας της Bundestag. «Το ζητούμενο τώρα είναι η ένταξή τους σε ένα συνολικό σύστημα».
Χωρίς σαφείς κρατικές οδηγίες, ορισμένες επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς. Η εταιρεία βιοτεχνολογίας CSL διαπίστωσε ότι σε ορισμένα τμήματα έως και το 20% των εργαζομένων της ενδέχεται να επιστρατευτεί ως έφεδροι ή εθελοντές. Η Ανεγκρέτ Βίτιχ-Χαίφερ, επικεφαλής της εταιρείας για τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία, σημείωσε επίσης ότι οι οδηγοί φορτηγών, οι περισσότεροι εκ των οποίων προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να κληθούν στα όπλα από τις χώρες τους.
Παράλληλα, η εταιρεία αναζητά τρόπους να συνεχίσει την παραγωγή κρίσιμων φαρμάκων αν η ζήτηση αυξηθεί απότομα. Για να παραχθεί ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται σε χειρουργικές επεμβάσεις τραυμάτων, η CSL πρέπει πρώτα να συλλέξει και να επεξεργαστεί δωρεές πλάσματος. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει έως και έναν χρόνο, ενώ η περιορισμένη διάρκεια ζωής των τελικών προϊόντων δυσκολεύει τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων.
«Χωρίς παράγοντες πήξης του αίματος, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα», δήλωσε η Βίτιχ-Χαίφερ. Αν αρχίσουν να καταφθάνουν στη Γερμανία τραυματισμένοι στρατιώτες στους αριθμούς που προβλέπει η Bundeswehr, «κανείς δεν θα είναι έτοιμος, ούτε εμείς ούτε οι ανταγωνιστές μας».
Τα νοσοκομεία παίρνουν τα μέτρα τους
Τα νοσοκομεία, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα, αναζητούν συμβουλές για την ετοιμότητα και τον σχεδιασμό εκτάκτων αναγκών, αναφέρει ο Μίχαελ Άι, στέλεχος της PwC με εξειδίκευση στον τομέα της υγείας. Πέρα από τα μέτρα φυσικής προστασίας, όπως αλεξίσφαιρα τζάμια και προστατευτικά εμπόδια για drones, ορισμένα νοσηλευτικά ιδρύματα αξιολογούν πόσο θα διαρκούσαν τα αποθέματα φαρμάκων και χειρουργικού υλικού σε μια κρίση. «Η οικονομία μας έχει στηριχθεί σε μεγάλο βαθμό στις αλυσίδες εφοδιασμού just-in-time. Αυτό ενισχύει την αποδοτικότητα και μειώνει τα δεσμευμένα κεφάλαια, αλλά δεν χτίζει ανθεκτικότητα», δήλωσε ο Άι, τονίζοντας ότι η Γερμανία χρειάζεται αποκεντρωμένα αποθέματα μασκών, φαρμάκων και εμβολίων σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του πώς τα υγειονομικά συστήματα προσαρμόζονται στον πόλεμο. Η Κατερίνα Μπιέλκα, αναισθησιολόγος και καθηγήτρια στο Κίεβο, θυμάται πώς το προσωπικό του νοσοκομείου της αυτοσχεδίαζε: μετέφερε ασθενείς σε χαμηλότερους ορόφους που θεωρούνταν ασφαλέστεροι, οχύρωνε τα παράθυρα για να προστατευτούν από τα θραύσματα κατά τις αεροπορικές επιδρομές και μετέτρεπε υπόγειους χώρους, όπως αποδυτήρια ή μηχανοστάσια, σε αίθουσες θεραπείας. Όταν η Ρωσία άρχισε να χτυπά τις ενεργειακές υποδομές, τα νοσοκομεία στράφηκαν σε εναλλακτικές πηγές ηλεκτροδότησης, εγκαθιστώντας γεννήτριες και φωτοβολταϊκά. Η μεγαλύτερη πρόκληση σε όλη αυτή τη διαδρομή, όπως εξηγεί, ήταν η διαχείριση της αβεβαιότητας: «το έντονο στρες, η έλλειψη πληροφόρησης και η αδυναμία να κατανοήσεις τι συμβαίνει».
Προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού
Απέναντι ακριβώς από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ουλμ προετοιμάζεται κι αυτό για το χειρότερο σενάριο. Διαθέτει ειδική ομάδα διαχείρισης κρίσεων που πραγματοποιεί ασκήσεις αντιμετώπισης τρομοκρατικών επιθέσεων, ενώ αυτή τη στιγμή εξετάζει αν το υπόγειο πάρκινγκ του κτιρίου θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταφύγιο μακράς διαρκείας σε περίπτωση επίθεσης.
Ο Ούντο Κάιζερς, διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου, σημείωσε ότι πολλά γερμανικά κτίρια κατασκευάστηκαν σε εποχές που η ανθεκτικότητα και η ετοιμότητα για κρίσεις δεν αποτελούσαν προτεραιότητα. Παράλληλα, οι κρατικές επιδοτήσεις καλύπτουν συνήθως τις πιο οικονομικές κατασκευαστικές ή αναστηλωτικές λύσεις και όχι τις πιο ανθεκτικές.
Ο ίδιος εκφράζει ανησυχίες και για τις ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασμού. Η Γερμανία, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, εξαρτάται από την Κίνα για πολλές πρώτες ύλες απαραίτητες στην παρασκευή αντιβιοτικών και παυσίπονων. Παρόλο που το νοσοκομείο του αυξάνει τα αποθέματα βασικών φαρμάκων, τα κονδύλια παραμένουν περιορισμένα. Στα νοσοκομεία της Γερμανίας συνιστάται να διατηρούν αποθέματα φαρμάκων εντατικής θεραπείας μόλις για έξι εβδομάδες.
Στο πολιτικό πεδίο υπάρχει ευρεία στήριξη για την αναμόρφωση του νομικού πλαισίου της χώρας, ώστε να διασφαλιστεί η λειτουργία του συστήματος υγείας σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής. Η προηγούμενη κυβέρνηση εργαζόταν πάνω σε αυτό το νομοσχέδιο, αλλά δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει πριν την κατάρρευσή της το 2024. Ο τωρινός κυβερνητικός συνασπισμός αναμενόταν να παρουσιάσει το σχέδιο του Νόμου για την Υγειονομική Ασφάλεια το φετινό καλοκαίρι, όμως η κατάθεσή του μετατέθηκε για το φθινόπωρο και παραμένει άγνωστο αν θα τηρηθεί αυτό το χρονοδιάγραμμα.
Παρά την αβεβαιότητα, η διατήρηση της λειτουργίας των νοσοκομείων σε περιόδους κρίσης παραμένει η απόλυτη προτεραιότητα, καταλήγει ο Κάιζερς.
«Το σύστημα υγείας είναι ο πυρήνας της κοινωνικής λειτουργίας», τονίζει. «Η κοινωνική συνοχή και, σε τελική ανάλυση, το ηθικό των πολιτών εξαρτώνται άμεσα από το αν μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή την υπόσχεση για τη φροντίδα της υγείας τους».