Η ιστορία ως επιστήμη είναι "αμείλικτη", αφού δεν συγχωρεί, δεν αλλάζει, και κυρίως δεν παραποιεί ιστορικά γεγονότα που αποκαλύπτονται.
Το ίδιο συμβαίνει με τον Εθνάρχη Ε. Βενιζέλο, και την στάση του το 1920 απέναντι στο ποντιακό Σώμα των 20.000 μπαρουτοκαπνισμένων πολεμιστών πριν γίνει η τελική επίθεση κατά των Τούρκων στον Σαγγάριο μάλιστα.
Πρόκειται για λάθη που καθορίζουν όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον, που στην συγκεκριμένη περίπτωση αφορά την σημερινή κατάσταση με μια επιθετική, προκλητική Τουρκία, που θέλει ουσιαστικά τα εδάφη που έχασε στους βαλκανικούς πολέμους και στον Α´ Παγκόσμιο πόλεμο.
Η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι υπήρξε πράγματι επίσημη πρόταση από την Επιτροπεία των Ποντίων προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο για τη δημιουργία στρατιωτικού σώματος εναντίον του Μουσταφά Κεμάλ, η οποία ωστόσο δεν έγινε αποδεκτή από τον ίδιο, χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς ακόμη και σήμερα.
Στις 24 Ιανουαρίου 1920, η Επιτροπεία των Ποντίων παρέδωσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο (ο οποίος βρισκόταν τότε στο Παρίσι) ένα επίσημο υπόμνημα.
Οι Έλληνες Πόντιοι έθεταν στη διάθεση της χώρας έναν τρομερό στρατό 20.000 ανδρών (περίπου δύο μεραρχίες) με στόχο να χτυπήσουν τις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ στην περιοχή της Σεβάστειας, ή οπουδήποτε αλλού.
Οι 20.000 Έλληνες του Πόντου μπορούσαν να πλευροκοπήσουν την αμυντική γραμμή του Κεμάλ ( στην μάχη για την Άγκυρα) από Βόρεια σκορπώντας την μέσα σε λίγες ώρες και δίνοντας την δυνατότητα σε ολόκληρη την ελληνική διάταξη να την διαλύσει, αλλάζοντας τον ρου των γεγονότων.
Η δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου στον Βορρά θα αποσυμφορούσε τον ελληνικό στρατό που επιχειρούσε στο νότιο και δυτικό μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπως ακριβώς έγινε με το αρμενικό μέτωπο που απασχολούσε τους Τούρκους για κάποιο διάστημα.
Γιατί όμως αρνήθηκε ο Βενιζέλος;
Η άρνηση ή η «αδιαφορία» του Βενιζέλου απέναντι στο αίτημα καθώς και στην πρόταση για την δημιουργία αυτόνομου Ποντιακού Κράτους δεν ήταν τυχαία, αλλά βασιζόταν στην άποψη του για την στάση των αποκαλούμενων Μεγάλων Δυνάμεων, και όχι σε κάποια μελέτη του ελληνικού Γενικού Επιτελείου.
Ο Πόντος βρισκόταν γεωγραφικά πολύ μακριά από το κύριο μέτωπο της Σμύρνης, και η αποστολή εφοδίων, όπλων και ενισχύσεων μέσω της Μαύρης Θάλασσας ήταν εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη, αλλά είχε ορεινούς όγκους απροσπέλαστους, τους οποίους κατείχαν σε μεγάλο ποσοστό οι Έλληνες αντάρτες του Πόντου.
Οι Έλληνες στον Πόντο αποτελούσαν περίπου το 40% του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Την παραμονή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός στον Πόντο υπολογιζόταν περίπου στις 700.000. Μαζί με τους μουσουλμανικούς και αρμενικούς πληθυσμούς, η συνολική αναλογία των Ελλήνων διαμορφωνόταν συχνά στο 40% του τοπικού πληθυσμού.
Παρόλο που αποτελούσαν σημαντική μειονότητα (και σε ορισμένες αστικές περιοχές ή επαρχίες ακόμη μεγαλύτερη), οι Έλληνες κυριαρχούσαν οικονομικά και πολιτιστικά.
Ο Βενιζέλος φοβόταν ότι μια πρόωρη ή απομονωμένη εξέγερση θα οδηγούσε σε άμεσες και γενικευμένες σφαγές του ελληνικού στοιχείου από τους Μουσουλμάνους, αλλά δεν φρόντισε να πράξει ότι έγινε στην Μακεδονία την περίοδο 1900-1911 με την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών και Αξιωματικών με όπλα και χρήμα.
Ένα αντάρτικο με όπλα και οργάνωση, χρηματοδοτούμενο από τους πλούσιους Έλληνες της εποχής, θα έσωζε χιλιάδες Έλληνες του Πόντου από την σφαγή των Τούρκων, και αργότερα θα βοηθούσε στην κατανίκηση των κεμαλικών δυνάμεων μετά τον Σαγγάριο.
Ο Βενιζέλος φοβήθηκε επίσης λανθασμένα κυρίως την Βρετανία, η πολιτική ηγεσία της οποίας ήταν αρνητική στη δημιουργία εξάρτητου Ποντιακού Κράτους.
Ο ίδιος ακολουθώντας πιστά τη συμμαχική γραμμή και όχι ένα εθνικό σχέδιο, προσπάθησε αρχικά να εντάξει το Ποντιακό ζήτημα μέσα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου Αρμενικού Κράτους.
Η Επίθεση στον Σαγγάριο (ή Εκστρατεία Σαγγαρίου - Άγκυρας) πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1921 και αποτέλεσε την κορύφωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Ο ελληνικός στρατός επιχείρησε να διαβεί τον ποταμό Σαγγάριο με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Άγκυρας, ώστε να αναγκάσει τον Μουσταφά Κεμάλ σε συνθηκολόγηση, και τότε η παρουσία των 20.000 μπαρουτοκαπνισμένων Ελλήνων πολεμιστών θα έγερνε οπωσδήποτε την πλάστιγγα με την πλευρά μας, και σήμερα δεν θα είχαμε έναν αφιονισμένο Ερντογάν απέναντι μας.