Νέα μορφή παίρνει η δράση των απατεώνων, οι οποίοι αλλάζουν τακτική όταν δεν καταφέρνουν να εξαπατήσουν τα υποψήφια θύματά τους με την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία. Σε αρκετές περιπτώσεις, ακολουθεί δεύτερη κλήση, κατά την οποία οι δράστες παρουσιάζονται ως αστυνομικοί και επιχειρούν να πείσουν τους πολίτες ότι χρειάζονται τη βοήθειά τους για να εντοπίσουν και να παγιδεύσουν τους υποτιθέμενους εγκληματίες.
Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντίνα Δημογλίδου, μιλώντας στο MEGA, ξεκαθάρισε πως οι πολίτες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ανταποκρίνονται σε τέτοιου είδους αιτήματα, καθώς ούτε η Αστυνομία ούτε οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή πρόκειται να ζητήσει από πολίτη να απομακρύνει ή να παραδώσει χρήματα και τιμαλφή.
«Είναι μια καινούργια τακτική που βλέπουμε ότι ακολουθούν οι απατεώνες όταν στην αρχική προσπάθεια δεν καταφέρνουν να πείσουν τα θύματα. Στη συνέχεια επανέρχονται και υποδύονται τους αστυνομικούς, οι οποίοι ζητούν βοήθεια ουσιαστικά από τα θύματα ώστε να παγιδεύσουν τους εγκληματίες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ίδια υπογράμμισε εκ νέου ότι ένα τέτοιο αίτημα αποτελεί σαφή ένδειξη απάτης και πως οι πολίτες θα πρέπει να επικοινωνούν άμεσα με τις αρχές εφόσον αντιληφθούν κάτι ύποπτο.
«Να μιλήσουμε και να ξεκαθαρίσουμε ακόμη μια φορά ότι ποτέ κανένας δημόσιος υπάλληλος, καμία δημόσια αρχή, κανένας αστυνομικός δεν θα ζητήσει από κανέναν πολίτη να απομακρύνει είτε χρήματα είτε χρυσαφικά. Ακόμη και αυτό αν συμβεί, ουσιαστικά η αστυνομία ενημερώνεται από τον ίδιο τον πολίτη όταν αντιλαμβάνεται ότι κάτι περίεργο συμβαίνει και καλεί την αστυνομία».
Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ., σε αρκετές περιπτώσεις οι αστυνομικές αρχές έχουν καταφέρει να παγιδεύσουν απατεώνες χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία. Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έγκαιρη ενημέρωση της Αστυνομίας από τον πολίτη που δέχεται την ύποπτη κλήση.
«Έχουμε παγιδεύσει αρκετούς απατεώνες με αυτόν τον τρόπο. Σε καμία περίπτωση όμως δεν έχουμε εμείς τη δυνατότητα να γνωρίζουμε τη στιγμή που συμβαίνει μια κλήση από έναν απατεώνα σε έναν πολίτη και να επέμβουμε αν δεν ενημερώσει κάποιος», τόνισε.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αστυνόμος Α’ Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης εξήγησε ότι βασικό όπλο των δραστών είναι η συναισθηματική πίεση που ασκούν στα θύματά τους. Στόχος τους είναι να προκαλέσουν φόβο και πανικό, ώστε ο πολίτης να μην μπορεί να αξιολογήσει ψύχραιμα την κατάσταση και να ακολουθήσει τις οδηγίες που του δίνουν.
«Οι δράστες ποντάρουν περισσότερο στο συναίσθημα. Σου δημιουργούν ένα αίσθημα φόβου, οπότε εκεί πέρα σταματάς λίγο να σκέφτεσαι καθαρά και όπως σκεφτόμαστε εμείς εδώ πέρα, οπότε ακολουθείς τις οδηγίες τους», αναφέρει.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι εξελίσσονται συνεχώς, με την τεχνητή νοημοσύνη να αποτελεί πλέον ένα ακόμη εργαλείο στα χέρια τους. Σε αρκετές περιπτώσεις αξιοποιούν την AI για να δημιουργήσουν συνθετική φωνή συγγενικού προσώπου, το οποίο υποτίθεται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο και χρειάζεται άμεσα οικονομική βοήθεια.
Παράλληλα, οι απατεώνες επιχειρούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων (chat apps), στέλνοντας κακόβουλους συνδέσμους (phishing). Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να υποκλέψουν λογαριασμούς και στη συνέχεια να επικοινωνήσουν με τις επαφές του θύματος, ζητώντας τους χρήματα.
Το φαινόμενο λαμβάνει συχνά οργανωμένη και διασυνοριακή μορφή, καθώς πίσω από τις απάτες βρίσκονται διεθνή δίκτυα που δραστηριοποιούνται μέσω τηλεφωνικών κέντρων (call centers) σε διαφορετικές χώρες.
Για τον περιορισμό των περιστατικών, οι αρμόδιες αρχές καλούν τους πολίτες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην ακολουθούν συνδέσμους που λαμβάνουν μέσω μηνυμάτων. Παράλληλα, συστήνεται να μην γνωστοποιούν σε κανέναν τραπεζικούς κωδικούς και να αποφεύγουν να κρατούν στο σπίτι μεγάλα χρηματικά ποσά ή χρυσαφικά.