Νέα ανασκόπηση κλινικών μελετών δείχνει ενθαρρυντικά αλλά όχι απόλυτα αποτελέσματα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες εξετάζουν αν μπορεί να έχει οφέλη και για τον εγκέφαλο, ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης.
Μια νέα συστηματική ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Medicine, αξιολόγησε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία από τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες και κατέληξε ότι, παρότι υπάρχουν ενδείξεις πως η κρεατίνη μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ασθενείς, τα δεδομένα δεν είναι ακόμη αρκετά ισχυρά ώστε να αλλάξουν την κλινική πρακτική.
Κρεατίνη και κατάθλιψη – Τι έδειξαν οι κλινικές μελέτες
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οτάβα ανέλυσαν πέντε τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν σε ΗΠΑ, Νότια Κορέα, Βραζιλία, Ισραήλ και Ινδία.
Συνολικά συμμετείχαν 238 άτομα, ηλικίας περίπου 36 ετών, εκ των οποίων οι 126 έλαβαν κρεατίνη και οι υπόλοιποι εικονικό φάρμακο (placebo). Οι περισσότερες συμμετέχουσες ήταν γυναίκες, ενώ δύο από τις μελέτες αφορούσαν αποκλειστικά γυναίκες με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή.
Οι τέσσερις μελέτες αφορούσαν ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη και μία άτομα με διπολική διαταραχή που βρίσκονταν σε καταθλιπτικό επεισόδιο.
Τα αποτελέσματα ήταν αντικρουόμενα
Βυθίστηκε ιστιοφόρο δυτικά της Κεφαλονιάς, καλά στην υγεία τους οι επιβάτες
Η ανασκόπηση κατέγραψε διαφορετική εικόνα μεταξύ των μελετών. Δύο έρευνες έδειξαν ότι η κρεατίνη ενίσχυσε την αποτελεσματικότητα της θεραπείας:
Σε μία μελέτη, γυναίκες που λάμβαναν 5 γραμμάρια κρεατίνης ημερησίως μαζί με το αντικαταθλιπτικό εσιταλοπράμη εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση των συμπτωμάτων μέσα σε οκτώ εβδομάδες, ενώ περισσότερες πέτυχαν πλήρη ύφεση της κατάθλιψης.
Σε άλλη μελέτη, η χορήγηση κρεατίνης, παράλληλα με γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) συνδέθηκε επίσης με μεγαλύτερη μείωση των συμπτωμάτων σε σύγκριση με το placebo. Οι υπόλοιπες τρεις μελέτες όμως δεν διαπίστωσαν ουσιαστικό όφελος.
Συγκεκριμένα:
-η κρεατίνη δεν βελτίωσε την εικόνα ασθενών με ανθεκτική κατάθλιψη,
-δεν έδειξε αποτέλεσμα σε έφηβες με κατάθλιψη,
-ούτε σε ασθενείς με διπολική διαταραχή.
Γιατί η κρεατίνη μπορεί να επηρεάζει τον εγκέφαλο
Η υπόθεση βασίζεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κρεατίνη στον οργανισμό. Η ουσία συμμετέχει στην παραγωγή ATP, του βασικού «καυσίμου» των κυττάρων. Αν και είναι περισσότερο γνωστή για τη δράση της στους μύες, ο εγκέφαλος έχει επίσης πολύ μεγάλες ενεργειακές ανάγκες.
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι άτομα με διαταραχές της διάθεσης παρουσιάζουν μεταβολές στον μεταβολισμό της κρεατίνης στον εγκέφαλο. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις ότι η κρεατίνη μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, οι οποίοι παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της διάθεσης.
Ωστόσο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί πως οι μεταβολές αυτές αποτελούν την αιτία της κατάθλιψης.
Τι γνωρίζουμε για το πόσο ασφαλείς είμαστε καταναλώνοντας κρεατίνη
Στις περισσότερες μελέτες η κρεατίνη ήταν καλά ανεκτή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίστηκαν κυρίως σε ήπιες γαστρεντερικές ενοχλήσεις.
Ωστόσο, στη μελέτη που αφορούσε ασθενείς με διπολική διαταραχή, δύο συμμετέχοντες εμφάνισαν επεισόδια υπομανίας ή μανίας, γεγονός που δείχνει ότι η κρεατίνη ενδέχεται να μην είναι κατάλληλη για όλους.
Οι ειδικοί συνιστούν προσοχή
Ενισχύεται το ΕΣΥ με 441 μόνιμες προσλήψεις - Η ανακοίνωση του Υπ. Υγείας
Οι συγγραφείς της ανασκόπησης επισημαίνουν ότι τα σημερινά στοιχεία είναι ενθαρρυντικά αλλά όχι επαρκή. Οι διαθέσιμες μελέτες είναι μικρές, διήρκεσαν μόλις οκτώ εβδομάδες και περιλάμβαναν κυρίως γυναίκες, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων.
Για τον λόγο αυτό ζητούν μεγαλύτερες και μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές, ώστε να διαπιστωθεί:
-ποιοι ασθενείς μπορεί να ωφελούνται περισσότερο,
-ποια είναι η ιδανική δόση,
-αν η κρεατίνη λειτουργεί καλύτερα σε συνδυασμό με άσκηση ή άλλες θεραπείες,
-και κατά πόσο τα αποτελέσματα διαφέρουν μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Προς το παρόν, οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι η κρεατίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως θεραπεία για την κατάθλιψη χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Παρότι αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη ερευνητική κατεύθυνση, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία πριν ενταχθεί στις θεραπευτικές επιλογές.