Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Για χιλιάδες εργαζομένους στο Δημόσιο, το ζήτημα δεν αφορά απλώς δύο επιπλέον μισθούς τον χρόνο, αλλά μια παροχή που καταργήθηκε μέσα στα χρόνια της κρίσης και δεν επανήλθε, παρά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει στην ελληνική οικονομία. Το ερώτημα που παραμένει είναι απλό αλλά ιδιαίτερα βαρύ: για πόσο ακόμη θα θεωρείται η απώλεια αυτών των εισοδημάτων αναγκαίο δημοσιονομικό μέτρο;
Η Ελλάδα σε εγρήγορση! Ο Α/ΓΕΕΘΑ στο Ισραήλ με φόντο τις Ιρανικές απειλές- Τι φοβάται η Αθήνα;
Το ΣτΕ έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, επικαλούμενο μεταξύ άλλων τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας και τα περιθώρια εκτίμησης του νομοθέτη. Για τον εργαζόμενο, όμως, η απόφαση αυτή μπορεί να αφήνει μια πικρή αίσθηση: την ώρα που το κόστος ζωής εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, η δικαστική δικαίωση που πολλοί περίμεναν δεν ήρθε. Το βάρος της οικονομικής προσαρμογής παραμένει, έτσι, αισθητό στην τσέπη εκείνων που περίμεναν την επιστροφή μιας παροχής που χάθηκε πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο δύσκολη πλευρά της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προκύπτει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας ούτε ότι απειλείται η αξιοπρεπής διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων από τη μη χορήγηση των δώρων. Η απόφαση, επομένως, κλείνει δικαστικά μια σημαντική διεκδίκηση, αλλά δεν κλείνει τη δημόσια συζήτηση. Γιατί το ερώτημα πλέον μεταφέρεται από τις δικαστικές αίθουσες στην πολιτεία και την κοινωνία: όταν τα δημοσιονομικά δεδομένα αλλάζουν, πότε έρχεται η στιγμή να αποκατασταθούν οι απώλειες των εργαζομένων;
Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος) αποφάνθηκε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία είχαν καταργηθεί πλήρως με τον ν. 4093/2012, δεν συνιστά παραβίαση ούτε του Συντάγματος, ούτε του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον νομοθέτη.
Η υπόθεση εξετάστηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης», βάσει του άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας έφτασε αγωγή δημοσίου υπαλλήλου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος. Υπέρ του είχε παρέμβει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο η ΑΔΕΔΥ, ενώ ο ίδιος υποστήριζε ότι η παράλειψη του νομοθέτη αφορούσε την περίοδο από 1.1.2023 έως 31.12.2024.
Το σκεπτικό της απόφασης
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ελήφθη με γνώμονα, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σχετικά με το «όριο φτώχειας», αλλά και το εάν ο νομοθέτης δεσμεύεται από την Οδηγία 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε κατ’ αρχάς, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας τοποθετήθηκε, όμως, και επί του βασίμου για το εφεξής διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη του τα κριθέντα από το ΔΕΕ σε απόφασή του της 11.11.2025 (υπόθεση C-19/23). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» και ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών γενικά των μισθωτών -και του κατωτάτου μισθού ειδικά- ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Μάλιστα το ΔΕΕ ακύρωσε -πλην των άλλων- διάταξη της Οδηγίας 2022/2041, η οποία δέσμευε τα Κράτη – Μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατωτάτων μισθών τα τέσσερα στοιχεία που απαριθμούνταν εκεί («αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης», «γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους», «ρυθμό αύξησης των μισθών» και «τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα»). Έκρινε, επίσης, το ΔΕΕ ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε. πέραν των αρμοδιοτήτων της, όσον αφορά τις «αμοιβές» ή το δικαίωμα σε «επαρκείς» ή «δίκαιους» νόμιμους κατώτατους μισθούς.
Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ούτε η Οδηγία παρείχε (σε ιδιώτες) δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.11.1991 επί των υποθέσεων C – 6/90 και C – 9/90, Francovich και Bonifaci], το αξιούμενο δηλαδή από τον ενάγοντα, ούτε μπορούσε να τύχει επίκλησης ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Απέρριψε, έτσι την αγωγή ως προς αυτή της την βάση.
Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα. Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ. ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μίαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων. Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το Δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της Χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης από την χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως). Εξ άλλου, δεν προέκυψε, ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση τω μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων. Έτσι, με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε.
Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και σε ότι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Επικαλέσθηκε το Δικαστήριο τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και θεώρησε κατόπιν αυτού προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή, έστω, παρόμοιες συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας η μη πρόβλεψη των επιμάχων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αποτελεί δε επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, σύμφωνα και με το άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, το γεγονός ότι το ζήτημα της διάρθρωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και του καθορισμού του ύψους τους (και για τον κατώτατο μισθό), έχει άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του Κράτους. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, όμως, της παράβασης της αρχής της ισότητας, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.
Το Συμβούλιο Επικρατείας, αφού επέλυσε τα ζητήματα κατ’ άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010, κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή.