Η επιθετική οικονομική στρατηγική πίεσης που ασκεί το Πεκίνο στη διεθνή σκηνή κρύβει ένα βαθύ παράδοξο εξάρτησης: η Κίνα χρησιμοποιεί τις γιγαντιαίες εισαγωγές τροφίμων ως γεωπολιτικό όπλο, ενώ την ίδια στιγμή παλεύει με τον ιστορικό εφιάλτη της πείνας, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης.
Με τα εισοδήματα των Κινέζων να έχουν αυξηθεί, αυξάνεται και η όρεξή τους για κρέας, γαλακτοκομικά και άλλα προϊόντα, σημειώνει το Foreign Affairs.
Παρά τις σημαντικές προσπάθειες για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων, η Κίνα έχει γίνει όλο και πιο εξαρτημένη από τις εισαγωγές – τόσο για ζωικά προϊόντα όσο και για ζωοτροφές για την παραγωγή τους.
Υπό τον διαρκή φόβο μιας επισιτιστικής ανασφάλειας που στο παρελθόν γκρέμισε δυναστείες, η κινεζική ηγεσία επιχειρεί την αναδιοργάνωση της εγχώριας κατανάλωσης.
Η πολιτική αυτή αποτυπώνεται ανάγλυφα στις αυστηρές κρατικές εκστρατείες «Καθαρού Πιάτου» που επέβαλε ο Σι Τζινπίνγκ, μια απέλπιδα προσπάθεια να περιοριστεί η σπατάλητροφίμων και να θωρακιστεί η χώρα έναντι ενός επερχόμενου διεθνούς επισιτιστικού αποκλεισμού..
Ο εφιάλτης της πείνας
Η απειλή της επισιτιστικής ανασφάλειας αποτελεί μόνιμο εφιάλτη για την ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, καθώς οι εξεγέρσεις για την πείνα έχουν πυροδοτήσει τις μεγαλύτερες πολιτικές κρίσεις στην ιστορία της χώρας.
Ο λιμός του 1906-1907 με 25 εκατομμύρια νεκρούς επέσπευσε την πτώση της δυναστείας Τσινγκ, ενώ ο Μεγάλος Λιμός του 1959-1961 κατέγραψε 30 εκατομμύρια θύματα.
Ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η κατακόρυφη αύξηση των τιμών στα τρόφιμα πυροδότησε τη λαϊκή οργή, καταλήγοντας στις διαδηλώσεις της πλατείας Τιενανμέν και σε αιματηρά γεγονότα το 1989.
Υπό το βάρος της ιστορίας, ο Σι Τζινπίνγκ –ο οποίος βίωσε την πείνα ως νέος στην Πολιτιστική Επανάστασης– επιβλέπει ένα διαρκές πρόγραμμα για την επίτευξη επισιτιστικής αυτονομίας, τονίζοντας ότι η σίτιση του λαού αποτελεί τη μέγιστη προτεραιότητα.
Δομικά προβλήματα και σπατάλη
Παρά την αύξηση της εγχώριας παραγωγής, η Κίνα αδυνατεί να συμβαδίσει με την κατανάλωση. Η περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη έχει υποστεί σοβαρή υποβάθμιση λόγω της υπερκαλλιέργειας, ενώ η λειψυδρία, η ρύπανση και οι καταστροφικές πλημμύρες αφανίζουν τις σοδειές.
Έως το 2050, η απώλεια αγροτικών εκτάσεων ενδέχεται να συρρικνώσει την παραγωγική ικανότητα της χώρας κατά 18%. Παράλληλα, η συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού και οι κοινωνικές συνήθειες διογκώνουν το πρόβλημα της σπατάλης τροφίμων, με τη χώρα να κατέχει την αρνητική πρωτιά παγκοσμίως, παρά τις κρατικές εκστρατείες του «Καθαρού Πιάτου».
Η επίμονη αυτή αδυναμία προκαλεί έντονη νευρικότητα, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 που εκτίναξε τις διεθνείς τιμές. Την ίδια χρονιά, ο εφοδιασμός εξελίχθηκε σε σημείο ανάφλεξης κατά τις μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στους αποκλεισμούς του Zero-COVID, με τους πολίτες να αναρτούν πανό διακηρύσσοντας: «Χρειαζόμαστε τρόφιμα, όχι τεστ COVID».
Γιγαντιαία αποθέματα και τα «τσιπς» της γεωργίας
Ενόψει του κινδύνου μιας ανοιχτής σύγκρουση με τη Δύση που θα κατέστρεφε τις εμπορικές ροές, η Κίνα συσσωρεύει γιγαντιαία εθνικά αποθέματα. Εκτιμήσεις του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ αποκαλύπτουν ότι το Πεκίνο ελέγχει το 44% του παγκόσμιου σιταριού, το 53% του ρυζιού και το 59% του καλαμποκού, μετατρέποντας τις αποθήκες του σε ασπίδα γεωπολιτικού αποκλεισμού
Ταυτόχρονα, το κράτος επενδύει εντατικά στη βιοτεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη για την αναπαραγωγή σπόρων, τους οποίους χαρακτηρίζει ως τα «τσιπς» της γεωργίας.
Η ChemChina εξαγόρασε την ελβετική Syngenta έναντι 43 δισεκατομμυρίων δολαρίων, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη ξένη εξαγορά στην ιστορία της χώρας.
Παράλληλα, η Κίνα επιδιώκει την απόλυτη κυριαρχία στην παραγωγή βιταμινών και αμινοξέων για ζωοτροφές, ελέγχοντας ήδη το 80% έως 100% της αγοράς.
Η μονοπωλιακή αυτή επικράτηση λειτουργεί ως αντίβαρο στις αμερικανικές απειλές: αν η Ουάσινγκτον μπλοκάρει τις εξαγωγές τροφίμων, το Πεκίνο μπορεί να απαντήσει με άμεσο αποκλεισμό των πρώτων υλών για την αμερικανική κτηνοτροφία.
Μια Κίνα που μετατρέπεται σε καθαρό εξαγωγέα κρίσιμων αγαθών συνιστά πρωτόγνωρη απειλή, μετατρέποντας το εμπόριο τροφίμων στο πιο εύφλεκτο σημείο τριβής στις σινοαμερικανικές σχέσεις, σύμφωνα με το naftemporki.gr