Σε μια νέα, ιδιαίτερα οργανωμένη προσπάθεια να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, η Τουρκία μεταφέρει πλέον τη μάχη στο εσωτερικό της Ουάσινγκτον, επενδύοντας εκατομμύρια δολάρια σε ένα δίκτυο lobbying με ισχυρές διασυνδέσεις στο περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Στόχος της Άγκυρας είναι να ξεπεράσει το μεγαλύτερο εμπόδιο που εξακολουθεί να βρίσκεται στον δρόμο της: την κατοχή των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 και τους περιορισμούς που έχει θεσπίσει το αμερικανικό Κογκρέσο.
Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία δημοσιοποίησε το Middle East Eye, το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπέγραψε στις 8 Αυγούστου συμφωνία διάρκειας ενός έτους με την αμερικανική εταιρεία Ballard Partners, έναντι συνολικού ποσού 2,4 εκατ. δολαρίων. Η εταιρεία θα λαμβάνει 200.000 δολάρια τον μήνα για υπηρεσίες κυβερνητικών σχέσεων, στρατηγικής συμβουλευτικής και προώθησης των τουρκικών συμφερόντων στην αμερικανική κυβέρνηση και το Κογκρέσο.
Η εταιρεία με τις «πόρτες» στον Λευκό Οίκο
Η επιλογή της Ballard Partners μόνο τυχαία δεν θεωρείται. Επικεφαλής της είναι ο Μπράιαν Μπάλαρντ, επί χρόνια δραστήριο στέλεχος των Ρεπουμπλικανών στη Φλόριντα και πρόσωπο με στενές σχέσεις με τον πολιτικό μηχανισμό του Τραμπ. Στην ομάδα που θα χειριστεί τον τουρκικό λογαριασμό περιλαμβάνονται επίσης στελέχη με σημαντική εμπειρία στην αμερικανική πολιτική σκηνή.
Ανάμεσά τους βρίσκεται ο πρώην Δημοκρατικός βουλευτής Ρόμπερτ Γουέξλερ, ο οποίος είχε συμβάλει στην ίδρυση της ομάδας του Κογκρέσου για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, καθώς και ο Τόμας Μπούντρι, πρώην ειδικός βοηθός του Τραμπ και στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό των διασυνδέσεων της εταιρείας είναι ότι από τις τάξεις της έχουν περάσει πρόσωπα όπως η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς και η Παμ Μπόντι.
Η Άγκυρα γνωρίζει ήδη την εταιρεία. Το 2017 είχε υπογράψει μαζί της συμφωνία ύψους 1,5 εκατ. δολαρίων, με την τότε συνεργασία να συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την υπόθεση της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank.
Η διαφορά αυτή τη φορά είναι ότι πελάτης είναι απευθείας το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, στοιχείο που προσδίδει σαφή αμυντική και στρατηγική διάσταση στη νέα εκστρατεία επιρροής.
Το πραγματικό διακύβευμα: Τα F-35
Η Τουρκία υπήρξε εταίρος του διεθνούς προγράμματος F-35 και τουρκικές εταιρείες συμμετείχαν στην αλυσίδα παραγωγής του μαχητικού. Όλα άλλαξαν όμως μετά την απόφαση της Άγκυρας να προμηθευτεί τους ρωσικούς S-400.
Το 2019 οι ΗΠΑ απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα, θεωρώντας ότι η ταυτόχρονη παρουσία των F-35 και των S-400 δημιουργούσε απαράδεκτο κίνδυνο για την ασφάλεια της τεχνολογίας stealth του αμερικανικού αεροσκάφους. Ακολούθησαν το 2020 κυρώσεις βάσει της νομοθεσίας CAATSA.
Σήμερα, ωστόσο, η Άγκυρα επιχειρεί να ανατρέψει τα δεδομένα. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Congressional Research Service, η Τουρκία επιδιώκει την αγορά τουλάχιστον 40 F-35 και παράλληλα την άρση των αμερικανικών κυρώσεων.
Υπάρχει επιπλέον το ζήτημα έξι αεροσκαφών που είχαν ήδη κατασκευαστεί για την Τουρκία, αλλά παρέμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την αποπομπή της από το πρόγραμμα. Η Άγκυρα θέλει πλέον να βρει τρόπο ώστε να τα παραλάβει.
Ο Τραμπ άνοιξε την πόρτα – αλλά το Κογκρέσο κρατά το κλειδί
Το πολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί αισθητά. Κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ προσανατολίζονται στην άρση των κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας, ενώ εμφανίστηκε θετικός και απέναντι στο ενδεχόμενο πώλησης F-35.
«Είναι σίγουρα κάτι που θα εξετάσουμε», είχε δηλώσει για τα μαχητικά, δείχνοντας ότι ο Λευκός Οίκος πολιτικά τουλάχιστον δεν απορρίπτει την επανένταξη της Τουρκίας.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί απλώς να παρακάμψει το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο.
Σε επιστολή της 22ας Ιουλίου προς το Κογκρέσο, το State Department ξεκαθάρισε ότι η Τουρκία δεν πληροί ακόμη τις νόμιμες προϋποθέσεις για επιστροφή στο πρόγραμμα F-35, υπογραμμίζοντας ότι εξακολουθούν να ισχύουν τόσο οι προβλέψεις της CAATSA όσο και οι σχετικές διατάξεις του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της νέας τουρκικής εκστρατείας lobbying: η Άγκυρα δεν χρειάζεται μόνο να πείσει τον Τραμπ. Πρέπει να δημιουργήσει τις πολιτικές και νομικές προϋποθέσεις ώστε μια συμφωνία να μπορέσει να περάσει και από το Κογκρέσο.
Το «κλειδί» βρίσκεται στους S-400
Η αμερικανική νομοθεσία είναι αρκετά συγκεκριμένη. Σύμφωνα με το Congressional Research Service, για να αρθεί η απαγόρευση μεταφοράς F-35, η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει μεταξύ άλλων να πιστοποιήσει στο Κογκρέσο ότι η Τουρκία δεν κατέχει πλέον το σύστημα S-400 ή συναφή εξοπλισμό και προσωπικό και ότι έχει παράσχει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις πως δεν θα το αποκτήσει ξανά στο μέλλον.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχουν αρχίσει να εξετάζονται διάφορα σενάρια.
Ένα από αυτά αφορά τη μεταφορά των S-400 εκτός του άμεσου τουρκικού ελέγχου. Άλλες προτάσεις που έχουν εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση περιλαμβάνουν την αποθήκευσή τους υπό ειδικό καθεστώς ή ακόμη και την παραχώρησή τους σε τρίτη χώρα. Στα σχετικά δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί ακόμη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως πιθανός προορισμός.
Το θέμα, πάντως, δεν είναι απλώς η απενεργοποίηση του συστήματος. Όπως σημειώνεται στη συζήτηση που διεξάγεται στο Κογκρέσο, το κρίσιμο σημείο είναι η έννοια της «κατοχής» των S-400.
Ισχυρές αντιστάσεις στο Κογκρέσο
Παρά το θετικό κλίμα που επιχειρεί να καλλιεργήσει ο Λευκός Οίκος, η υπόθεση απέχει πολύ από το να έχει κλείσει υπέρ της Τουρκίας.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρικ Σκοτ έχει δηλώσει ότι η Τουρκία δεν πρέπει να αποκτήσει F-35 όσο διαθέτει τους S-400, ενώ ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η στάση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Τζιμ Ρις, ο οποίος έχει διατηρήσει εμπόδια στην πιθανή αγορά. Όπως δήλωσε πρόσφατα στο Semafor, από τη στιγμή που οι S-400 δεν έχουν απομακρυνθεί, η υπόθεση βρίσκεται ουσιαστικά σε αδιέξοδο.
Τον Ιούλιο, μάλιστα, εννέα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων συνυπέγραψαν κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας με στόχο να εμποδίσουν ενδεχόμενη πώληση.
Την ίδια ώρα, η μάχη των λόμπι εντείνεται. Τουρκοαμερικανικές οργανώσεις έχουν καλέσει το Κογκρέσο να εγκρίνει την πώληση των F-35 και να αρθούν οι κυρώσεις, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Η ελληνική διάσταση
Οι εξελίξεις παρακολουθούνται προσεκτικά και από την Αθήνα. Η Ελλάδα έχει ήδη ενταχθεί στον σχεδιασμό απόκτησης των δικών της F-35 και η πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική μεταβολή των αεροπορικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Η ελληνική θέση, όπως έχει αποτυπωθεί στη δημόσια συζήτηση, δεν βασίζεται στην αξίωση κάποιου «βέτο» στις αμερικανικές εξαγωγές όπλων, αλλά στην ανάγκη ύπαρξης εγγυήσεων ότι προηγμένα οπλικά συστήματα δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον άλλου κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλονται το τουρκικό casus belli, οι διαφορές στο Αιγαίο και οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Παράλληλα, το ελληνοαμερικανικό λόμπι επιχειρεί να διατηρήσει ενεργό το μέτωπο στο Κογκρέσο, αξιοποιώντας ακριβώς τις νομοθετικές δικλίδες που δημιουργήθηκαν μετά την αγορά των S-400.
Μια μάχη που μόλις αρχίζει
Το νέο συμβόλαιο των 2,4 εκατ. δολαρίων δείχνει ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει την επιστροφή στα F-35 όχι ως μια απλή εξοπλιστική διαπραγμάτευση αλλά ως στρατηγικό πολιτικό στόχο για τον οποίο είναι διατεθειμένη να κινητοποιήσει ισχυρούς μηχανισμούς επιρροής στην Ουάσινγκτον.
Ο Τραμπ έχει ανοίξει ένα πολιτικό παράθυρο που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε κλειστό. Ωστόσο, οι S-400 εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό εμπόδιο και το Κογκρέσο διαθέτει πραγματικά εργαλεία για να ανακόψει ή να καθυστερήσει μια συμφωνία.
Έτσι, η επόμενη φάση θα κριθεί σε δύο παράλληλα μέτωπα: στο τι θα κάνει τελικά η Τουρκία με τους ρωσικούς S-400 και στο κατά πόσο το νέο ισχυρό δίκτυο lobbying θα καταφέρει να μετατρέψει την πολιτική διάθεση του Λευκού Οίκου σε εφαρμόσιμη αμερικανική απόφαση.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η υπόθεση των τουρκικών F-35 επανέρχεται δυναμικά στην ατζέντα και ότι η πραγματική μάχη δεν διεξάγεται πλέον μόνο ανάμεσα στην Άγκυρα και την αμερικανική κυβέρνηση. Διεξάγεται στους διαδρόμους του Κογκρέσου, στα γραφεία των εταιρειών lobbying και γύρω από το κρίσιμο ερώτημα εάν –και με ποιον τρόπο– η Τουρκία είναι διατεθειμένη να απαλλαγεί από το βάρος των S-400.