Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους πραγματοποίησε μια ηχηρή και βαρυσήμαντη θεσμική παρέμβαση με επιστολή στον Πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη και τον Αιγύπτιο πρόεδο Αλ Σίσι, ζητώντας με επιστολή της την διατήρηση του ιστορικού καθεστώτος αυτοδιοίκησης της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά.
Το Άγιον Όρος εκφράζει την έντονη αντίθεσή του στα σενάρια περί «διπλής κυριότητας» ή αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, τονίζοντας ότι η κρατική κυριαρχία της Αιγύπτου και η μοναστική αυτοδιοίκηση μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν απρόσκοπτα.
Η δημόσια τοποθέτηση του Αγίου Όρους έγινε μέσω επιστολής που απεστάλη προς τον νεοεκλεγέντα Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραϊθώ και Καθηγούμενο της Μονής, κ. Συμεών.
Η παρέμβαση αυτή έρχεται ως απάντηση στην έντονη ανησυχία που έχει προκληθεί από δικαστικές αποφάσεις στην Αίγυπτο, οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τον ιδιοκτησιακό πυρήνα του μοναστηριού (εντός και εκτός των τειχών).
Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους αντιτίθεται σθεναρά σε οποιαδήποτε φόρμουλα αφαιρεί τη διαχείριση της περιουσίας από τη Μονή ή εισάγει ξένα προς τη μοναστηριακή παράδοση σχήματα συνδιαχείρισης.
Υπογραμμίζεται ότι τα δικαιώματα αυτά ανήκουν στη Μονή ως συλλογικό θεσμό (Αδελφότητα, Ιερά Σύναξη) και δεν πρέπει να εξαρτώνται αποκλειστικά από πρόσωπα, διασφαλίζοντας έτσι τη θεσμική της συνέχεια.
Το Άγιον Όρος προβάλλεται ως το ζωντανό παράδειγμα για το πώς η εσωτερική αυτοδιοίκηση ενός ιστορικού ορθόδοξου μοναστικού κέντρου μπορεί να είναι απόλυτα συμβατή με την κυριαρχία του επίσημου κράτους.
Ζητείται μια σύγχρονη εγγύηση (τύπου «Χάρτας για το Σινά») που θα κατοχυρώνει τη νομική προσωπικότητα της Μονής, την εσωτερική της αυτοδιοίκηση, καθώς και το δικαίωμα διαχείρισης της περιουσίας της, το οποίο σεβάστηκε η ισλαμική και αιγυπτιακή παράδοση επί αιώνες.
Η κίνηση αυτή ενισχύει τις διπλωματικές και θεσμικές προσπάθειες της Αθήνας και της διεθνούς κοινότητας για την εξεύρεση μιας μόνιμης, ειδικής θεσμικής λύσης που θα διασφαλίζει τον Ελληνορθόδοξο χαρακτήρα του αρχαιότερου χριστιανικού μοναστηριού στον κόσμο.
Η βαθιά κρίση γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Σινά πυροδοτήθηκε από μια δικαστική απόφαση αιγυπτιακού δικαστηρίου στα τέλη Μαΐου 2025.
Λίγο πριν εκδοθεί η απόφαση, η ελληνική κυβέρνηση και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σινά Δαμιανός βρίσκονταν σε προχωρημένες επαφές με τις αιγυπτιακές αρχές (και τον Κυβερνήτη του Νοτίου Σινά) για έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό.
Είχε μάλιστα διαμορφωθεί ένα προσχέδιο συμφωνίας που αναγνώριζε την κυριότητα της Μονής στη γη της. Ωστόσο, η Αίγυπτος υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή και τοποικό δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση που ανέτρεψε τα πάντα.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η Μονή και οι εκτάσεις της ανήκουν στο αιγυπτιακό κράτος. Με την απόφαση αυτή, οι γύρω περιοχές χαρακτηρίστηκαν ως προστατευόμενα φυσικά καταφύγια, υποβαθμίζοντας τους μοναχούς από «ιδιοκτήτες» σε απλούς «χρήστες» της γης που κατοικούν εδώ και 15 αιώνες.
Μετά από εκατέρωθεν εφέσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αιγύπτου κλήθηκε να λάβει την τελική, αμετάκλητη απόφαση για το ιδιοκτησιακό, γεγονός που έθεσε τις διπλωματικές επαφές σε κατάσταση απόλυτου συναγερμού.
Μετά το δικαστικό σοκ, η Αθήνα ανέλαβε άμεση διπλωματική δράση για τη διασφάλιση του ειδικού καθεστώτος της Μονής. Το ζήτημα έχει φτάσει στο ανώτατο επίπεδο επαφών.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αίγυπτο στις αρχές Σεπτεμβρίου 2026 για συνομιλίες με τον Πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, το ζήτημα της Αγίας Αικατερίνης αποτέλεσε ξεχωριστό και κρίσιμο κεφάλαιο της ατζέντας.
Όπως δήλωσε ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, υπάρχει πλέον μια συγκροτημένη προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός ειδικού ρυθμιστικού πλαισίου (για πρώτη φορά στην ιστορία της Μονής). Έχει επιτευχθεί μια «προκαταρκτική κατανόηση» μεταξύ των δύο κρατών, όμως η τελική της εφαρμογή εξαρτάται από την έγκριση της ίδιας της μοναστικής κοινότητας. [
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να γεφυρώσει την αιγυπτιακή εθνική κυριαρχία με τον απαραβίαστο ελληνορθόδοξο χαρακτήρα, την αυτοδιοίκηση και τα περιουσιακά δικαιώματα του μοναστηριού.
Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθώ κ. Συμεών (εκλεγείς ομόφωνα τον Σεπτέμβριο του 2025 μετά την αποχώρηση του Δαμιανού) βρίσκεται στο επίκεντρο μιας τεράστιας πίεσης, καθώς καλείται να διαχειριστεί την κρίση.
Ο κ. Συμεών έχει ξεκαθαρίσει ότι πρωτεύων στόχος του είναι η δημιουργία ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης με το αιγυπτιακό κράτος, επιδιώκοντας έναν έντιμο συμβιβασμό που δεν θα θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία της Μονής.
Το Κάιρο παρουσίασε μια πρόταση βάσει της οποίας η Μονή θα μετατραπεί σε «αιγυπτιακή νομική οντότητα», με τους μοναχούς να λαμβάνουν 3ετείς άδειες παραμονής αντί για τουριστικές βίζες, αλλά χωρίς να έχουν την ιδιοκτησία της γης (θα νοικιάζουν τις εκτάσεις από το κράτος).
Οι αιγυπτιακές αρχές φέρονται να πίεσαν τον κ. Συμεών, εξαρτώντας την επίσημη αναγνώριση και επικύρωση της εκλογής του από την υπογραφή αυτής της συμφωνίας.
Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών αρνήθηκε να υπογράψει βιαστικά, ξεκαθαρίζοντας ότι τελεί σε διαρκή διαβούλευση με τη Σιναϊτική Αδελφότητα, καθώς καμία απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί ερήμην της μοναστικής κοινότητας.
Παρά τις εσωτερικές τριβές και τις επικρίσεις, ο νέος Αρχιεπίσκοπος εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος, τονίζοντας ότι η ιστορική παρουσία της Ορθοδοξίας στο Σινά αποτελεί γέφυρα ειρήνης στη Μέση Ανατολή, η οποία πρέπει να προστατευθεί χωρίς όμως να απεμποληθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα του μοναστηριού.