Η Ελλάδα και η Ρωσία «συμφώνησαν» στην πράξη επιλέγοντας και οι δύο να απέχουν από την ψηφοφορία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ανανέωση της θητείας της Αποστολής Υποστήριξης των Ηνωμένων Εθνών στη Λιβύη (UNSMIL).
Η συγκλίνουσα στάση Ελλάδας και Ρωσίας (κοινή αποχή) συνδέεται έμμεσα και με τον παράγοντα «Τουρκία», αν και μέσα από εντελώς διαφορετικά πρίσματα και εθνικά συμφέροντα, τα οποία συγκλίνουν θεωρώντας την Άγκυρα άκρως επικίνδυνο αντίπαλο.
Η Αθήνα επέλεξε την αποχή εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι στο κείμενο του ψηφίσματος δεν συμπεριλήφθηκαν ρητές αναφορές στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), η οποία αποτελεί πάγια θέση της ελληνικής διπλωματίας, ιδιαίτερα απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις και το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Μετά την επικύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, η Ελλάδα επιδιώκει κάθε κείμενο του ΟΗΕ να δεσμεύει ρητά τη Λιβύη με το Δίκαιο της Θάλασσας, ώστε να ακυρώνεται στην πράξη η προσπάθεια της Άγκυρας να «εξαφανίσει» την ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Η άρνηση της Ελλάδας να υπερψηφίσει ένα «χαλαρό» κείμενο έστειλε μήνυμα ότι δεν πρόκειται να ανεχτεί διπλωματικές εκπτώσεις που ευνοούν τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο φόβος και ο ανταγωνισμός της Ρωσίας με την Τουρκία στη Λιβύη
Η Ρωσία δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να δει τη Λιβύη να μετατρέπεται σε αποκλειστικό «δορυφόρο» της Άγκυρας. Η σχέση Μόσχας και Άγκυρας στη Λιβύη χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό.
Η Τουρκία ελέγχει και στηρίζει στρατιωτικά την κυβέρνηση στην Τρίπολη (Δυτική Λιβύη), έχοντας υπογράψει στρατιωτικές συμφωνίες και διατηρώντας βάσεις εκεί. Αντίστοιχα, η Ρωσία (μέσω του Africa Corps / πρώην Wagner) αποτελεί το στρατιωτικό στήριγμα του Χαλίφα Χαφτάρ στην Ανατολική Λιβύη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ρωσία έχει έξι αεροπορικές βάσεις στην Λιβύη, εκατοντάδες μισθοφόρους, διευκολύνσεις σε λιμάνια της Ανατολικής πλευράς, και πολλά άλλα, τα οποία κινδυνεύουν από την Τουρκία.
Αν το πολιτικό πλαίσιο των εκλογών ή της μετάβασης στη Λιβύη διαμορφωνόταν με τρόπο που θα ευνοούσε πλήρως τη Δύση ή θα άφηνε ελεύθερο το πεδίο στην Τρίπολη, η Τουρκία θα αποκτούσε τον απόλυτο έλεγχο της χώρας.
Η Μόσχα απείχε επειδή φοβάται ότι οι διαδικασίες που προωθούνται χωρίς τη δική της σύμφωνη γνώμη θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σταδιακό παραγκωνισμό των συμμάχων της στην Ανατολή, ανατρέποντας την ισορροπία δυνάμεων υπέρ της Άγκυρας και των δυτικών συμμάχων της.
Το αποτέλεσμα «στην πράξη»
Αν και η Ελλάδα κινήθηκε με γνώμονα τη νομιμότητα της UNCLOS και η Ρωσία με γνώμονα τη διατήρηση των δικών της στρατιωτικών και πολιτικών ερεισμάτων απέναντι στην Τουρκία, το αποτέλεσμα ήταν κοινό, αφού και οι δύο χώρες αρνήθηκαν να προσφέρουν τη θετική τους ψήφο σε ένα κείμενο που, για διαφορετικούς λόγους, θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε ξένα προς αυτές συμφέροντα στην περιοχή.
Η Μόσχα επέλεξε επίσης την συγκεκριμένη στάση επειδή διαχρονικά αντιτίθεται σε έξωθεν επιβαλλόμενες λύσεις που, κατά την άποψή της, διαταράσσουν την εγχώρια ισορροπία δυνάμεων στη Λιβύη.
Η ρωσική πλευρά εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για το πολιτικό πλαίσιο διεξαγωγής των εκλογών, υποστηρίζοντας ότι οι προτεινόμενοι μηχανισμοί δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές ισορροπίες των λιβυκών πλευρών.
Η ρωσική διπλωματία υποστηρίζει σταθερά ότι πρωτοβουλίες υπό την καθοδήγηση του ΟΗΕ ή της Δύσης δεν πρέπει να επιβάλλονται τελεσίγραφα, καθώς κάτι τέτοιο λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Αντίθετα, προκρίνει λύσεις μέσα από υφιστάμενους θεσμούς και ενδολιβυκό διάλογο.
Διατηρώντας στενούς δεσμούς με δυνάμεις στην ανατολική Λιβύη (όπως ο στρατάρχης Χαλίφα Χαφτάρ), η Ρωσία επιδιώκει να αποτρέψει οποιοδήποτε κείμενο ψηφίσματος θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη θέση των συμμάχων της στην περιοχή ή να περιορίσει τη δική της επιρροή.
Έτσι, ενώ η Ελλάδα απείχε λόγω των ελλιπών αναφορών στο Δίκαιο της Θάλασσας (στον απόηχο του τουρκολιβυκού μνημονίου), η Ρωσία κινήθηκε με γνώμονα τη διατήρηση του δικού της γεωπολιτικού αποτυπώματος και τον έλεγχο της μεταβατικής διαδικασίας στη Λιβύη.
Η υποστήριξη προς τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (HoR) εξασφαλίζει στη Ρωσία ισχυρή πρόσβαση σε στρατηγικές υποδομές, πετρελαιοπηγές και λιμάνια της Κυρηναϊκής.
Οποιοδήποτε ψήφισμα ή πολιτική διαδικασία προωθείται κυρίως από τη Δύση και τείνει να ενισχύσει αποκλειστικά την κυβέρνηση της Τρίπολης (στα δυτικά) αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Η Μόσχα χρησιμοποιεί τη διπλωματική της ισχύ (αποχές ή βέτο) για να διασφαλίσει ότι οι σύμμαχοί της δεν θα βρεθούν στο περιθώριο μιας νέας πολιτικής αρχιτεκτονικής.
Ένα κείμενο που θα επέβαλλε αυστηρούς όρους για την πλήρη και άμεση απομάκρυνση όλων των ξένων δυνάμεων και μισθοφόρων χωρίς προηγούμενη συμφωνία με την ανατολική διοίκηση, θα μπορούσε να πλήξει άμεσα τη ρωσική επιρροή και παρουσία (πρώην Wagner / Africa Corps) στην περιοχή.
Έτσι, η ρωσική αποχή λειτουργεί ως ένα διπλωματικό «φρένο» στην δύση. Επιτρέπει στη Μόσχα να μην μπλοκάρει εντελώς τη λειτουργία των Ηνωμένων Εθνών, αλλά ταυτόχρονα να στέλνει σαφές μήνυμα στην Τουρκία ότι δεν δεν πρόκειται να κινείται μόνη της στην χώρα αυτή.