Ο πατέρας των διδύμων κοριτσιών που έχασαν τη ζωή τους εκείνο το βράδυ, μίλησε για τις πρώτες στιγμές της ενημέρωσης, για τις σκέψεις που τον κατέκλυσαν αλλά και για τον πόνο που παραμένει αμείωτος.
«Να μην κατάλαβε κάτι… να έφυγε όπως ήταν»
Με λόγια που ραγίζουν καρδιές, εξομολογήθηκε:
«Ξέρεις τι είναι να ‘σαι γονιός και να παρακαλάς το παιδί σου να μην κατάλαβε κάτι; Ενώ έχεις χάσει το παιδί, εσύ να λες θέλω να μην μην κατάλαβε κάτι, να έφυγε όπως ήταν».
Η στιγμή που έμαθε για τον εκτροχιασμό
Ο Νίκος Πλακιάς περιέγραψε καρέ-καρέ την πρώτη επαφή με την είδηση του δυστυχήματος και το πάγωμα που ένιωσε.
«Το πρώτο πράγμα είναι όταν πηγαίνω σπίτι και κάθομαι στον καναπέ και ανοίγοντας το κινητό, είχαν αρχίσει και ερχόταν τα πρώτα νέα ότι υπάρχει εκτροχιασμός τρένου. Αυτή ήταν η πρώτη ενημέρωση. Ότι υπάρχει εκτροχιασμός τρένου. Κυρίως για την αμαξοστοιχία που ανέβαινε από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη. Εκεί… πάγος. Αυτό θυμάμαι. Πάγωσα γιατί δεν έκανα το αυτονόητο. Τι ήταν το αυτονόητο; Να πάρω τηλέφωνο τα παιδιά. Μετά, εντάξει κόλαση, πόλεμος, ασθενοφόρα…
Ήδη όμως μέσα μου, πίστευα ότι χαθήκαν τα παιδιά μου. Εκεί που καθόμασταν στο αμφιθέατρο κατέβηκε ένας γιατρός και είπε ότι υπάρχει στη ΜΕΘ επάνω ένα κορίτσι, 1,75 ξανθό με γαλάζια μάτια. Φαντάστηκα ότι μπορεί να ήταν το δικό μου».
Το δωμάτιο που δεν μπορεί να αντικρίσει
Η καθημερινότητα μετά την απώλεια δεν είναι ποτέ ίδια. Ο ίδιος αποκάλυψε πόσο δύσκολο ήταν — και παραμένει — να διαχειριστεί ακόμη και τον χώρο του σπιτιού.
«Το χειρότερο κομμάτι για εμένα ήταν όταν περνούσα από το δωμάτιο, από τα παιδιά. Δεν τολμούσα να γυρίσω να κοιτάξω αυτό το δωμάτιο. Δεν έμπαινα μέσα στο δωμάτιο. Δηλαδή άμα ‘ρθείτε σπίτι μας, θα δείτε μόνο μία φωτογραφία απ’ τα παιδιά μας. Στο δωμάτιό τους. Δεν θα δείτε παντού φωτογραφίες, δεν θα δείτε πτυχία στους τοίχους, δεν θα δείτε φωτογραφίες απ’ τις καλύτερες στιγμές από αυτή τη λίγη ζωή που ζήσαν τα παιδιά μας».
Οι σκέψεις που τον στοιχειώνουν
Κλείνοντας, ο Νίκος Πλακιάς μίλησε για το ερώτημα που τον βασανίζει περισσότερο από όλα:
«Το βιώνουμε ότι… ίσως θα τα ξαναδούμε τα παιδιά μας. Εμένα τότε το… στην αρχή το μόνο που με… που μ’ έτρωγε, να πω αυτή την κουβέντα, ήταν εάν τα παιδιά μου, κατά τη σύγκρουση, ή μετά τη σύγκρουση ήταν ζωντανά. Κι αν αυτά τα παιδιά χρειάστηκαν ή φώναξαν μπαμπά ή μαμά».