Σαράντα χρόνια μετά την εφιαλτική νύχτα της εικοστής έκτης Απριλίου του χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, το φάντασμα του Πυρηνικού Σταθμού του Τσερνόμπιλ επιστρέφει για να συγκλονίσει τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Η ιστορική έκρηξη του αντιδραστήρα νούμερο τέσσερα, η οποία προκάλεσε τη σοβαρότερη πυρηνική καταστροφή στην ιστορία της Ευρώπης, δεν άφησε τα σημάδια της μόνο στο περιβάλλον και σε όσους βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, αλλά πέρασε το αόρατο αποτύπωμά της και στην επόμενη γενιά.
Χιλιάδες εργαζόμενοι, οι αποκαλούμενοι «εκκαθαριστές», ρίχτηκαν τότε στη μάχη για τον περιορισμό του ραδιενεργού νέφους που κάλυψε τη Σοβιετική Ένωση και την Ευρώπη, παλεύοντας συχνά χωρίς τα στοιχειώδη μέσα προστασίας. Ενώ οι άμεσες συνέπειες, όπως η ραγδαία αύξηση των καρκίνων του θυρεοειδούς, είχαν μελετηθεί εκτενώς, ένα τεράστιο ερώτημα παρέμενε μέχρι σήμερα αναπάντητο: Μπορεί η γενετική βλάβη από την ιονίζουσα ακτινοβολία να περάσει από τους γονείς στα παιδιά;
Μια νέα, αποκαλυπτική διεθνής έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε σε κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό, έρχεται να δώσει την οριστική απάντηση. Τα ίχνη της ακτινοβολίας στο ανθρώπινο γονιδίωμα δεν σταματούν στους άμεσα εκτεθειμένους, αλλά αφήνουν μετρήσιμα ίχνη στους απογόνους τους.
Η Πρώτη Απόδειξη Διαγενεακής Επίδρασης
Για πρώτη φορά στα χρονικά, η επιστήμη αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι η ζημιά στο ανθρώπινο γονιδίωμα από την πυρηνική καταστροφή έχει διαγενεακή επίδραση. Μέχρι σήμερα, το ζήτημα αποτελούσε πεδίο επιστημονικής αμφισβήτησης, καθώς παλαιότερες μελέτες δεν είχαν καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.
Η μεγάλη ανατροπή ήρθε από μια ομάδα ειδικών με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο της Βόννης. Οι ερευνητές άλλαξαν ριζικά προσέγγιση. Αντί να αναζητούν απλώς μεμονωμένες αλλοιώσεις, εστίασαν στις ομαδοποιημένες νέες μεταλλάξεις. Πρόκειται για δύο ή περισσότερες μεταλλάξεις που εμφανίζονται σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους στα παιδιά, αλλά απουσιάζουν πλήρως από τους γονείς. Αυτές ακριβώς οι συστάδες προκύπτουν από τις θραύσεις στον γενετικό κώδικα των γονέων, οι οποίες προκλήθηκαν από την έκθεση στην ακτινοβολία.
Τα αποτελέσματα ήταν καταπέλτης, καταγράφοντας μια σημαντική αύξηση αυτών των μεταλλάξεων στους απογόνους των ακτινοβολημένων γονέων.
Το Μικροσκόπιο σε 1.515 Παιδιά
Τα στοιχεία της έρευνας είναι απόλυτα τεκμηριωμένα και προέρχονται από τη σάρωση αλληλούχισης ολόκληρου του γονιδιώματος σε χίλια πεντακόσια δεκαπέντε παιδιά. Ειδικότερα, εξετάστηκαν:
130 απόγονοι των εργαζομένων καθαρισμού του Τσερνόμπιλ.
110 απόγονοι Γερμανών χειριστών στρατιωτικών ραντάρ (οι οποίοι πιθανότατα εκτέθηκαν σε ακτινοβολία).
1.275 απόγονοι γονέων χωρίς καμία έκθεση, οι οποίοι αποτέλεσαν την αυστηρή ομάδα ελέγχου.
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Στην ομάδα του Τσερνόμπιλ εντοπίστηκαν κατά μέσο όρο 2,65 ομαδοποιημένες μεταλλάξεις ανά παιδί. Στη γερμανική ομάδα των ραντάρ το νούμερο διαμορφώθηκε στο 1,48, ενώ στην ομάδα ελέγχου καταγράφηκε μόλις 0,88. Ακόμη και μετά τις απαραίτητες στατιστικές προσαρμογές, η διαφορά παρέμεινε τεράστια και επιστημονικά αδιαμφισβήτητη.
Η μελέτη απέδειξε επίσης τον μηχανισμό της βλάβης: όσο μεγαλύτερη ήταν η δόση της ακτινοβολίας που δέχθηκε ο γονέας, τόσο περισσότερες ήταν οι συστάδες μεταλλάξεων στο παιδί. Η ακτινοβολία παράγει αντιδραστικά είδη οξυγόνου, μόρια ικανά να σπάσουν τις αλυσίδες του γενετικού υλικού. Όταν ο οργανισμός προσπαθεί να επισκευάσει αυτές τις θραύσεις ατελώς, δημιουργούνται οι συγκεκριμένες γενετικές «συστάδες».
Τα Καθησυχαστικά Νέα και η Πραγματικότητα
Παρά τα εντυπωσιακά ευρήματα, οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν το τοπίο αποφεύγοντας τον πανικό. Η αύξηση των μεταλλάξεων δεν σημαίνει αυξημένο κίνδυνο ασθένειας για τα παιδιά των εργαζομένων.
Αυτό συμβαίνει διότι το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των αλλοιώσεων εντοπίζεται σε «μη κωδικοποιητικό» γενετικό υλικό, δηλαδή σε περιοχές που δεν παράγουν άμεσα πρωτεΐνες. Ο κίνδυνος να ενεργοποιηθεί μια ασθένεια από αυτές τις μεταλλάξεις χαρακτηρίζεται κυριολεκτικά ως ελάχιστος. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, η προχωρημένη ηλικία του πατέρα κατά τη σύλληψη εγκυμονεί πολύ μεγαλύτερους κινδύνους για τη μετάδοση γενετικών μεταλλάξεων, σε σχέση με τα επίπεδα ακτινοβολίας που μελετήθηκαν στη συγκεκριμένη έρευνα.
Οι ερευνητές αναγνωρίζουν αντικειμενικούς περιορισμούς στη μελέτη, καθώς αναγκάστηκαν να βασιστούν σε ιστορικά αρχεία και παλιές συσκευές μέτρησης δόσεων για ένα γεγονός δεκαετιών, ενώ η εθελοντική συμμετοχή ενδέχεται να έκρυβε προκαταλήψεις.
Το τελικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι αμείλικτο: τέσσερις δεκαετίες μετά το Τσερνομπίλ, αποδεικνύεται οριστικά ότι η παρατεταμένη ιονίζουσα ακτινοβολία αφήνει ανεπαίσθητα, αλλά απολύτως μετρήσιμα, ίχνη στις επόμενες γενιές, χτυπώντας το καμπανάκι κινδύνου για όσους εκτίθενται συστηματικά σε αυτή.