Από τους λεμούριους της Μαδαγασκάρης μέχρι τους παγκολίνους της Ασίας και τις αλεπούδες της Σαχάρας, ένα στα τέσσερα άγρια θηλαστικά σε όλο τον κόσμο είναι σήμερα εμπορεύσιμο προϊόν. Όμως το 40% αυτών των ζώων φέρει παθογόνα που μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο και δυνητικά να προκαλέσουν πανδημίες, προειδοποιεί μεγάλη μελέτη.
Αν και ο κίνδυνος είναι ευρέως γνωστός, «μέχρι σήμερα δεν υπήρχε ποσοτική εκτίμηση» του ρίσκου, δήλωσε ο Ζερόμ Ζιπέ του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, μέλος της διεθνούς ομάδας που υπογράφει τη μελέτη στο Science. Οι ερευνητές συνδύασαν τρία σετ δεδομένων για το διεθνές εμπόριο άγριας ζωής με πληροφορίες για τη σχέση ανάμεσα σε παθογόνα και τα είδη που προσβάλλουν. Η μελέτη εστιάστηκε στα θηλαστικά, τα οποία διακινούνται ευρέως και είναι πιθανότερο να μεταδώσουν παθογόνα στον άνθρωπο σε σχέση με άλλες ομάδες ζώων.
Η ανάλυση έδειξε ότι τα 2.079 είδη θηλαστικών που διακινούνται νόμιμα ή παράνομα είναι 1,5 φορές πιθανότερο να φέρουν ζωονόσους, συγκριτικά με τα θηλαστικά που απουσιάζουν από τις αγορές άγριας ζωής.
Θεσσαλονίκη: 12 Άγρια πουλιά επανεντάχθηκαν στο φυσικό τους περιβάλλον
«Με άλλα λόγια, τα είδη αυτά είναι 50% πιθανότερο να μοιράζονται με εμάς τουλάχιστον έναν ιό, βακτήριο, μύκητα ή παράσιτο. Ο κίνδυνος μετάδοσης, επισήμαναν οι ερευνητές, είναι υψηλότερος για ζώα που πωλούνται ζωντανά ή πιάνονται παράνομα.
Πολλά από τα θηλαστικά της μελέτης πωλούνται για το κρέας, τη γούνα τους και ως συστατικά παραδοσιακών θεραπειών. Ωστόσο ένα σημαντικό ποσοστό διοχετεύεται σε παράνομες αγορές εξωτικών κατοικίδιων ζώων, όπως η αλεπού της Σαχάρας, οι βίδρες, ο αφρικανικός τετραδάκτυλος σκαντζόχοιρος και η αγριόγατα της Βεγγάλης. Η δημοφιλία αυτών των ζώων τροφοδοτείται εν πολλοίς από τα social media, επισήμαναν οι ερευνητές.
Για παράδειγμα, η επιδημία mpox (πρώην ευλογιά των πιθήκων) που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2003 αποδόθηκε στην εισαγωγή γιγάντιων αρουραίων της Γκάμπια και αφρικανικών σκίουρων, οι οποίοι μετέδωσαν τον ιό σε κυνόμυες που πωλούνταν ως κατοικίδια. Ακόμα όμως και όταν ο κίνδυνος για τους καταναλωτές είναι μικρός, οι καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνουν το διεθνές εμπόριο άγριας ζωής και επηρεάζουν έτσι τον κίνδυνο.
«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η πιθανότητα να μολυνθεί κανείς παίζοντας ένα πιάνο με πλήκτρα από ελεφαντόδοντο ή φορώντας γούνα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Το πρόβλημα βρίσκεται στην αρχή της αλυσίδας: κάποιος έπρεπε να κυνηγήσει το ζώο, να το γδάρει, να το μεταφέρει» είπε ο Ζιπέ. Οι ερευνητές ζητούν ενίσχυση των μέτρων βιοεπιτήρησης σε όλα τα στάδια του εμπορίου άγριας ζωής.
Ζητούν επίσης προσπάθειες σε διεθνές επίπεδο, επισημαίνοντας ότι οι υφιστάμενες συμφωνίες για το εμπόριο άγριας ζωής εστιάζονται στην πρόληψη εξαφάνισης ειδών και δεν εξετάζουν τον κίνδυνο ζωονόσων.